Ευρώπη


Ευρώπη
I
Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά στοιχεία αρκετά έκδηλα που να επιτρέπουν έναν καθαρό διαχωρισμό των δύο ηπείρων (γι’ αυτό, άλλωστε, πολλοί επιστήμονες μιλούν για Ευρασία ως ήπειρο). Ο χαρακτηρισμός της Ε. ως ιδιαίτερης γεωγραφικής οντότητας οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά σε ιστορικούς και πολιτιστικούς παράγοντες. Η εκλογή μιας ακριβούς διαχωριστικής γραμμής γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, εξαιτίας της διαφορετικής έννοιας που έλαβε η λέξη Ε. κατά την πορεία των αιώνων.
Στην αρχή με τον όρο Ε. εννοούσαν πιθανότατα μια περιοχή, όχι πολύ εκτεταμένη, που βρισκόταν κατά μήκος των βόρειων ακτών του Αιγαίου πελάγους. Κατά τον 3o αι. π.Χ. όμως, τα όρια είχαν επεκταθεί για να συμπεριλάβουν τις χώρες οι οποίες βρίσκονταν στα Β της Μεσογείου, αν και δεν ήταν αρχικά καθορισμένο το ανατολικό όριο, το οποίο καθορίστηκε αργότερα στον ρου του Ντον (τον Τάναϊν των αρχαίων). Το όριο αυτό είχαν δεχτεί χωρίς αντίρρηση σχεδόν όλοι οι γεωγράφοι του Μεσαίωνα και οι επόμενοι από αυτούς· μόνο ο Καρλ Ρίτερ τοποθέτησε αυτό το όριο στα Ουράλια. Ο προσδιορισμός όμως αυτός του μεγάλου Γερμανού γεωγράφου δημιούργησε πολλές περιπλοκές· τα Ουράλια δεν αποτελούν ένα ορεινό φράγμα το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να περάσει κανείς· αντίθετα, είναι μια σειρά αρχαίων υψιπέδων που προήλθαν από διάβρωση και, επιπλέον, από πολιτική άποψη ανήκουν σε μία και μόνο χώρα. Αβέβαια επίσης ήταν για μακρύ χρονικό διάστημα τα νοτιοανατολικά όρια της E., τα οποία μερικοί τοποθέτησαν στον αυχένα της ορεινής αλυσίδας του Καυκάσου, άλλοι στο βαθύπεδο του Μάνιτς, ενώ υπήρχε και η άποψη ότι ήταν στην Yπερκαυκασία, κατά μήκος της ευθείας Ρίον-Κουρά. Συμβατικά, σήμερα η πλειονότητα των γεωγράφων δέχεται ως διαχωριστικό όριο μεταξύ Ασίας και Ε. μία νοητή γραμμή, η οποία εκτείνεται από την ανατολική βάση των Ουραλίων, κατά μήκος της οροσειράς Μουγκοτζάρι, του ρου του ποταμού Έμπα, της βόρειας όχθης της Κασπίας μέχρι τις εκβολές του Κουμά, του κάτω ρου του ποταμού αυτού, της γραμμής που σχηματίζεται από τον ανατολικό Μάνιτς, του δυτικού Μάνιτς και του κάτω ρου του Ντον από τη συμβολή του με τον δυτικό Μάνιτς μέχρι τις εκβολές του στην Αζοφική θάλασσα.
Τα ακραία όρια της ηπειρωτικής Ε. είναι προς τα Β το Κνίβσκιελοντεν, ένα βραχώδες ακρωτήριο κοντά στο Βόρειο Ακρωτήριο, στη Νορβηγία, σε 71° 11’ βόρειο πλάτος· στα Ν η Πούντα (Άκρα) Μαροκί (ή Πούντα ντε Ταρίφα) στην Ισπανία, σε 36° 00’ βόρειο πλάτος· στα Δ το Κάβο Ντα Ρόκα, στην Πορτογαλία, σε 9° 30’ δυτικό μήκος· στα Α το εσωτερικότερο τμήμα της θάλασσας Κάρα, σε 68° 5’ ανατολικό πλάτος. Αν όμως λάβουμε υπόψη τα νησιά, φτάνουμε στα Β σχεδόν έως τις 82° βόρειο πλάτος με τη Γη του Φραγκίσκου Ιωσήφ, στα Ν έως τις 34° 50’ βόρειο πλάτος με τη Γαύδο, ανοιχτά της Κρήτης, στα Δ μέχρι τις 24° 32’ δυτικό μήκος με το ακρωτήριο Μπγιαργκτανγκάρ, στο δυτικό άκρο της Ισλανδίας. Μέσα στα ηπειρωτικά όρια, η Ε. έχει μήκος πάνω από 5.000 χλμ. και πλάτος 4.000 χλμ. Οι ακτές της έχουν μήκος 38.000 χλμ. περίπου, ενώ τα χερσαία όρια μόλις φτάνουν τα 3.000 χλμ.
Το σχήμα της Ε. είναι περίπου τριγωνικό. Η πιο μικρή πλευρά στηρίζεται στην ασιατική ηπειρωτική μάζα, ενώ οι άλλες προχωρούν προς τα ΝΔ έτσι που αγγίζουν σχεδόν την Αφρική. Από το μέρος αυτό του κόσμου η Ε. χωρίζεται καθαρά με τη Μεσόγειο και τα πελάγη της (Τυρρηνικό πέλαγος, Αδριατική, Αιγαίο πέλαγος, Προποντίδα, Εύξεινος Πόντος, Αζοφική θάλασσα κλπ.), τα οποία βρέχουν όλες τις νότιες ευρωπαϊκές ακτές από το στενό του Γιβραλτάρ μέχρι τις εκβολές του Ντον. Στα Δ και Β η Ε. βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό και από τις θάλασσες στις οποίες διαρθρώνεται αυτός, δηλαδή τη Βόρεια θάλασσα, τη Βαλτική, τη θάλασσα του Μπάρεντς και τη Λευκή θάλασσα. Τέλος στα ΝΑ η Ε. βρέχεται από την Κασπία, μία μεγάλη εσωτερική λεκάνη, που αποτελεί υπόλειμμα μιας θάλασσας, η οποία κατά το απώτατο παρελθόν ήταν πολύ πιο εκτεταμένη.
Γεωγραφικά στοιχεία και κλίμα
Γεωμορφολογία. Αν και όχι πολύ εκτεταμένη, η Ε. αποτελεί το πιο ποικίλο και πιο ενδιαφέρον τμήμα του κόσμου από γεωμορφολογική άποψη, παρότι δεν παρουσιάζει τα εντυπωσιακά και επιβλητικά εκείνα φαινόμενα που χαρακτηρίζουν τις άλλες μεγάλες περιοχές της Γης. Αν εξαιρέσουμε το ανατολικό τμήμα –το Σαρματικό βαθύπεδο– με την επίπεδη και εξαιρετικά ομοιόμορφη δομή του, όλη η υπόλοιπη Ε. φαίνεται ως μια διαδοχή μεγάλων και εύφορων πεδιάδων, οι οποίες χωρίζονται από ορεινές αλυσίδες και ορεινούς όγκους που έχουν ακανόνιστη διάταξη προς όλες τις κατευθύνσεις. Το ύψος των αναγλύφων αυτών δεν είναι αισθητό (η υψηλότερη κορυφή είναι το Λευκό Όρος, στις Άλπεις, 4.810 μ.) και αυτό συντελεί ώστε η Ε. και η Αυστραλία vα αποτελούν το τμήμα του κόσμου με το μικρότερο υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας (μέσο ύψος 340 μ.).
Το ηπειρωτικό τμήμα διαρθρώνεται σε μια πλούσια σειρά χερσονήσων, οι οποίες περικλείουν παράκτιες θάλασσες, κόλπους και όρμους. Τέτοιες χερσόνησοι είναι στα Β της Κάνιν, της Κόλα, της Σκανδιναβίας και της Γιουτλάνδης, της Βρετάνης στα Δ, η Ιβηρική, η Ιταλική, η Βαλκανική και της Κριμαίας στα Ν. Οι μεγαλύτερες διασπώνται με τη σειρά τους σε μικρότερα τμήματα χερσονήσων, όπως η Kαλαβριανή και η Σαλεντίνη (Ιταλία), η Πελοπόννησος και η Χαλκιδική. Μέρος της Ε. αποτελούν επίσης διάφορα νησιά, μερικά από τα οποία είναι πολύ εκτεταμένα. Ανάμεσα στα μεγαλύτερα είναι η Μεγάλη Βρετανία, η Ισλανδία, η Ιρλανδία, η Νόβαγια Ζεμλιά, η δυτική Σπιτσβέργη, η Σικελία και η Σαρδηνία. Ακολουθούν δύο άλλα αρκτικά νησιά (η Γη του Φραγκίσκου Ιωσήφ και η Βορειοανατολική Γη), η Κορσική, η Κρήτη, η Σγέλαντ, η οποία περιλαμβάνει επίσης τη Φιν, τη Λόλαντ κ.ά., η Εύβοια και πολλά άλλα ελληνικά νησιά (Επτάνησα, Κυκλάδες, Σποράδες, Δωδεκάνησα), η Μαγιόρκα και οι άλλες Βαλεαρίδες (Mινόρκα, Ιμπίθα κ.ά.), τα σουηδικά Γκότλαντ και Έλαντ, τα εσθονικά Σάαρεμαα και Χίιουμαα, η Κρκ (Βέλια) και το Δαλματικό αρχιπέλαγος, τα φιλανδικά Όλαντ και πολλά μικρά νησιά στη Βαλτική.
Γεωλογική ιστορία. Το έδαφος της Ε., όπως παρουσιάζεται σήμερα, σχηματίστηκε σιγά-σιγά κατά τη διάρκεια διαδοχικών γεωλογικών εποχών. Κατά τον αρχαιοζωικό αιώνα από τα εδάφη της σημερινής Ε. εμφανίστηκαν από μια τεράστια θάλασσα (την Τηθύ, της οποίας είναι υπόλειμμα η σημερινή Μεσόγειος) μόνο το Σαρματικό βαθύπεδο και η Φινοσκανδία. Πρόκειται για δύο ευρείες επίπεδες ζώνες, οι οποίες έμειναν ύστερα, στην πραγματικότητα, ανεπηρέαστες από τα ορεογενετικά φαινόμενα, ίσως όχι στην περιφέρειά τους, και αποτελούνται κατά το μεγαλύτερο μέρος από γρανίτες και κρυσταλλικούς σχίστες, που αναδύθηκαν κατά μεγάλα τμήματα στη Σουηδία και στη Φιλανδία, ενώ στο Σαρματικό βαθύπεδο σκεπάστηκαν αργότερα από παλαιοζωικά αποθέματα. Στην αρχική εκείνη Ε., την οποία οι γεωγράφοι ονομάζουν αρχαιοευρώπη, προστέθηκε κατά τη σιλούρια και δεβόνια περίοδο του παλαιοζωικού αιώνα η λεγόμενη παλαιοευρώπη, δηλαδή μια σειρά εδαφών που ήρθαν στην επιφάνεια από την καληδόνια συρρίκνωση και πήραν κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ κατά μήκος της βορειοδυτικής παρυφής των εκτάσεων που είχαν ήδη αναδυθεί. Η καληδόνια ορεογένεση, η οποία έχει ηλικία περίπου 300 εκατομμυρίων ετών, έφερε στο φως τεράστιες ορεινές περιοχές, από τις οποίες απομένουν τώρα μόνο μερικά τμήματα, που έχουν διαβρωθεί βαθιά και κατά ένα σημαντικό μέρος είναι ημιεπίπεδα, όπως τα ανάγλυφα της βόρειας Ιρλανδίας, της Σκοτίας και της Νορβηγίας. Στα ανάγλυφα αυτά όμως έγιναν αργότερα συρρικνώσεις και τεράστιες τεκτονικές ανατροπές, που ανανέωσαν πάλι τις γερασμένες πια μορφές.
Ύστερα από μια μακροχρόνια φάση καταβυθίσεων στη θάλασσα, στην κεντρική και ανατολική Ε., που άφησε μεγάλα αποθέματα, επακολούθησε κατά τη λιθανθρακοφόρο περίοδο άλλη ορεογενετική κίνηση, η ερκύνια, στην οποία οφείλεται ο σχηματισμός, στα Ν των προηγούμενων αλυσίδων, δύο μεγάλων οροσειρών, της αρμορικανικής και της βαρίσκιας. Τα αρμορικανικά ανάγλυφα προχωρούν από τα ΒΔ προς τα ΝΑ και αφορούν τη νότια Ιρλανδία, την Ουαλία, τη νότια Αγγλία,τον Αρμορικανικό ορεινό όγκο (στη σημερινή Βρετάνη) και μέρος του γαλλικού κεντρικού όγκου. Στο σημείο αυτό αρχίζουν οι βαρίσκιες οροσειρές, οι οποίες προχωρούν με ένα μεγάλο τόξο, του οποίου η κοιλότητα στρέφεται στα Β, προς τα Α, διασχίζοντας όλη την κεντρική Ε. στα Β των σημερινών αλπικών αναγλύφων· αυτές είναι, εκτός από τον κεντρικό ορεινό όγκο (Μασίφ Σεντράλ), τα Βόσγια, ο Μέλας Δρυμός, ο Ρηνανικός σχιστώδης όγκος, τα όρη Χαρτς, ο Θουρίγκιος Δρυμός, το βοημικό τετράπλευρο (Σουδητικά όρη, όρη Έρτσγκεμπιργκε, Βοημικός Δρυμός και υψίπεδα της Μοραβίας). Μακρινός αντίκτυπος της ερκύνιας ορεογένεσης, η οποία δημιούργησε τη λεγόμενη μεσοευρώπη, υπήρξε ο σχηματισμός, στις ανατολικές παρυφές του Σαρματικού βαθυπέδου, της ορεινής αλυσίδας των Ουραλίων της Ρωσίας.
Τις παλαιοζωικές συρρικνώσεις ακολούθησε, κατά τη δευτερογενή περίοδο, μακροχρόνια φάση ορεογενετικής στασιμότητας και θαλάσσιων καταβυθίσεων, οι οποίες προκάλεσαν τη συσσώρευση τεράστιων αποθεμάτων στον βυθό της Τηθύας. Κατά την τριτογενή περίοδο, και για την ακρίβεια την ολιγόκαινο, συνέβη η αλπική συρρίκνωση, η οποία άφησε έκδηλα ίχνη όχι μόνο στην Ε. αλλά και στο τόξο γύρω από τον Ειρηνικό και στη νοτιοκεντρική Ασία. Πράγματι, τότε προέβαλαν στην Ε. η Βετική Κορδιλιέρα, τα Πυρηναία, οι Άλπεις, ο Ιούρας, τα Απένινα, οι Δειναρικές Άλπεις, τα Καρπάθια, ο Αίμος (Βαλκάνια) και έξω από την Ε. σχεδόν οι περισσότερες επιβλητικές ορεινές αλυσίδες. Η αλπική ορεογένεση, από την οποία προήλθε η ονομαζόμενη νεοευρώπη, συνοδεύτηκε από έντονες τεκτονικές ανατροπές, οι οποίες συνέβαλαν στην ανανέωση του τοπίου. Η ορεογένεση αυτή, εξάλλου, ευνόησε την αφύπνιση της ηφαιστειακής δραστηριότητας, η οποία είχε τις μεγαλοπρεπέστερες εκδηλώσεις της στην Ισλανδία, στη Σκοτία, στη βορειοανατολική Ιρλανδία, στη βαρίσκια περιοχή, στα Καρπάθια και στα ηφαιστειακά στενά της Ιταλίας.
Η τεταρτογενής περίοδος χαρακτηρίστηκε από έντονους παγετώνες, οι οποίοι, τουλάχιστον σε τέσσερις διαδοχικές φάσεις γνωστές με τα ονόματα γκίντσια, μινδέλια, ρίσια και βούρμια, κάλυψαν μεγάλο μέρος της βόρειας και κεντρικής Ε., έχοντας ως πεδία διάδοσης τη Φινοσκανδία και την αλπική αλυσίδα. Οι πάγοι του τεταρτογενούς συνέβαλαν στο να λάβει η Ε. τη σημερινή μορφή της, χάρη στην εναλλαγή διαβρώσεων και καθιζήσεων. Ανάλογη δράση παρατηρήθηκε πριν και μετά τους παγετώνες από τα νερά έκπλυσης και από τους ποταμούς, οι οποίοι μετέφεραν από τα ανάγλυφα τεράστιες ποσότητες υλικών, που γέμισαν σιγά-σιγά τις εσωτερικές λεκάνες και τους λιγότερο βαθείς κόλπους, δημιουργώντας εκτεταμένες προσχωσιγενείς πεδιάδες, όπως η πεδιάδα του Πάδου και η πεδιάδα της Πανονίας.
Από παρόμοιες περίπλοκες γεωλογικές διεργασίες προέβαλε η σημερινή Ε. Από μορφολογική άποψη μπορούμε να διακρίνουμε δύο μεγάλες περιοχές, οι οποίες χωρίζονται από τον λεγόμενο ποντοβαλτικό ισθμό (ένα είδος λαιμού που υπάρχει μεταξύ του κόλπου της Οδησσού στον Εύξεινο Πόντο και του κόλπου του Ντάντσι στη Βαλτική): στα ΒΑ το Σαρματικό βαθύπεδο, με το οποίο συνδέεται, χωρίς λύση της συνέχειας, το τμήμα εκείνο της Φινοσκανδίας που έμεινε ανεπηρέαστο από την καληδόνια συρρίκνωση, και στα ΝΔ η περιοχή του μέσου ύψους ορέων, καληδονιακών και ερκυνικών, και των υψηλών αλπικών αναγλύφων. Το πρώτο είναι επίπεδο, το δεύτερο ομοιόμορφο και μονότονο, ποικίλο, μεταβαλλόμενο και με πολλές οδοντώσεις.
Υδρογραφία. Η υδρογραφική δομή της Ε. αντικατοπτρίζει καθαρά τη διάκριση που αναφέρθηκε παραπάνω. Στα Δ οι ποταμοί, εξαιτίας της γειτνίασης των ορεινών αναγλύφων με τη θάλασσα και τον σχετικά μικρό αριθμό πεδιάδων, είναι συνήθως μικροί και ο ρους τους είναι ορμητικός και συχνά οφιοειδής. Στα Α οι ποταμοί που διασχίζουν το Σαρματικό βαθύπεδο είναι πλατείς, μεγαλόπρεποι και ρέουν σε ανοιχτές πεδιάδες χωρίς να παρεμβαίνουν μεγάλα τοπογραφικά εμπόδια που να τροποποιούν τον ρου τους. Οι τελευταίοι αυτοί είναι οι κυριότεροι σε μήκος, όπως ο Βόλγας, ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός ποταμός, που εκβάλλει στην Κασπία θάλασσα, ο Δνείστερος, ο Δνείπερος και ο Ντον, από τους οποίους οι δύο πρώτοι εκβάλλουν στον Εύξεινο και ο τρίτος στην Αζοφική θάλασσα, ο Πετσόρα, ο Βόρειος Ντβινά και ο Δυτικός Ντβινά, που εκβάλλουν αντίστοιχα στη θάλασσα του Μπάρεντς, στη Λευκή θάλασσα και στη νότια περιοχή της Βαλτικής θάλασσας.
Αντίθετα με τους ρωσικούς ποταμούς, που παρουσιάζουν εμφανή φυγόκεντρη πορεία, οι ποταμοί της ερκυνικής Ε., όπως και οι ποταμοί της Φινοσκανδίας, έχουν ρου συνήθως παράλληλο, όπως ο Βιστούλας και ο Όντερ (Βαλτική), ο Έλβας, ο Βέζερ, ο Ρήνος, ο Μόσας, ο Σκάλδης (Βόρεια θάλασσα) και ο Σηκουάνας (Στενό της Μάγχης). Τα άλλα μεγάλα υδάτινα ρεύματα της γαλλικής περιοχής, της Ιβηρικής χερσονήσου, της Ιταλικής και των Βρετανικών νησιών ρέουν μέσα σε τεκτονικά ρήγματα και σε ευρείες λεκάνες που έχουν σχηματιστεί από καταβυθίσεις μεταξύ των αναγλύφων του παλαιοζωικού και του τριτογενούς, όπως ο Λίγηρας (Λουάρ), ο Γαρούνας, ο Ροδανός, ο Έβρος (Ισπανίας), ο Δούρος, ο Τάγος, ο Γκουαντιάνα, ο Γκουανταλκιβίρ, ο Πάδος, ο Αδίγης, ο Τίβερης και ο Τάμεσης. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει ο Δούναβης, ο δεύτερος σε μήκος και σε λεκάνη απορροής ποταμός της Ε., γιατί είναι ο μοναδικός ο οποίος, πριν εκβάλλει στον Εύξεινο, διασχίζει σχεδόν ολόκληρη την Ε. κατά τη διεύθυνση των μεσημβρινών.
Όσον αφορά την παροχή τους, αυτή φυσικά εξαρτάται από τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν και τα χαρακτηριστικά του εδάφους στο οποίο κυλούν. Οι ποταμοί της ανατολικής Ε. έχουν χειμερινές πτώσεις της στάθμης των νερών τους, οι οποίες αντιστοιχούν στην περίοδο της μέγιστης κάλυψης από χιόνια, και ανοιξιάτικες πλημμύρες, οι οποίες οφείλονται στην τήξη του χιονιού. Ανοιξιάτικες πλημμύρες παρουσιάζουν, για τον ίδιο λόγο, και οι ποταμοί της κεντρικής Ε., οι οποίοι όμως εμφανίζουν πτώση της στάθμης το καλοκαίρι. Οι ποταμοί της ατλαντικής Ε., αντίθετα, διακρίνονται για τη μάλλον ομοιόμορφη παροχή τους, που οφείλεται στην κατανομή των κατακρημνίσεων στις διάφορες εποχές του έτους, ενώ οι ποταμοί της μεσογειακής Ε. έχουν χειμερινές πλημμύρες, καταστρεπτικές μερικές φορές, και σημαντική πτώση της στάθμης το καλοκαίρι.
Οι ποταμοί οι οποίοι εκβάλλουν στον Ατλαντικό και στη Βόρεια θάλασσα σχηματίζουν γενικά στις εκβολές τους ποταμόκολπους, γιατί οι εκτεταμένες παλίρροιες σαρώνουν τις συσσωρεύσεις υλικών, τα οποία εναποθέτονται στο στόμιό τους. Αντίθετα, οι ποταμοί της Μεσογείου και εκείνοι που εκβάλλουν στη Βαλτική σχηματίζουν στις εκβολές τους δέλτα, τα οποία αποτελούν εμπόδιο στην εσωτερική ναυσιπλοΐα και συνεπώς στη δημιουργία λιμανιών κατά μήκος του ρου τους. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικά, από την άποψη αυτή, τα υδάτινα ρεύματα που καταλήγουν σε ποταμόκολπους, κοντά στους οποίους υπάρχουν ορισμένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια του κόσμου, όπως το Λονδίνο (Τάμεσης), το Μπορντό (Γαρούνας), η Χάβρη (Σηκουάνας), η Αμβέρσα (Σκάλδης), το Ρότερνταμ (Ρήνος), η Βρέμη (Βέζερ) και το Αμβούργο (Έλβας). Επίσης κατά μήκος του ρου τους συναντάμε λιμάνια αξιόλογου ενδιαφέροντος, όπως το Παρίσι, που βρίσκεται στον Σηκουάνα, και οι πόλεις Ντούισμπουργκ Κολονία, Μάιντς, Μανχάιμ και Βασιλεία, όλες στον Ρήνο. Ο τελευταίος είναι πράγματι η μεγαλύτερη ποτάμια αρτηρία της Ε. για τη διακίνηση των εμπορευμάτων, γιατί ο Δούναβης εκβάλλει σε μία σχεδόν κλειστή θάλασσα και οι μεγάλοι ποταμοί της Ρωσίας και της Βαλτικής παγώνουν για πολλούς μήνες τον χρόνο.
Οι λίμνες είναι πολυάριθμες, μέτριων όμως διαστάσεων (με εξαίρεση την Κασπία, η οποία όμως είναι ευρωπαϊκή μόνο κατά ένα μικρό τμήμα), ιδιαίτερα αν συγκριθούν με τις πολύ πιο εκτεταμένες λίμνες άλλων ηπείρων. Οι κυριότερες βρίσκονται γύρω από την περιοχή της Βαλτικής (Λαντόγκα, Ονέγκα, Βένερν, Σάιμαα, Τσούντσκογε Όζερο, Ίλμεν, Βέτερν) και την αλπική περιοχή (Ματζόρε, Κόμο, Γκάρντα, Γενεύης, Κωνστάντιας). Οι λίμνες αυτές είναι καθαρά παγετωνικής προέλευσης. Οι φινοκαρελικές και οι σουηδικές είναι κανονικά μεσομορενικές, ενώ οι αλπικές οφείλονται σε παγετωνικές εκσκαφές. Αναφέρουμε ακόμα την Μπάλατον, μία λίμνη στους πρόποδες του Βακονικού Δρυμού, και τις διάφορες εκτεταμένες τεχνητές λεκάνες που έχουν δημιουργηθεί κυρίως κατά μήκος των ποταμών του Σαρματικού βαθυπέδου, όπως οι λίμνες Ρίμπινσκ, Γκόρκι, Κουιμπίσεφ και Βόλγκογκραντ στον Βόλγα, και οι Καχόφκα, Κρεμεντσούκ, Κιέβου
στον Δνείπερο. Πολυάριθμες, αλλά γενικά μικρές, είναι τέλος οι λίμνες Κίρκου, οι καρστικές και, λιγότερο, οι παράκτιες.
Κλίμα. Η E. είναι το πιο ευνοημένο τμήμα του κόσμου από την άποψη του κλίματος γιατί είναι, σχεδόν στην ολότητά της, μακριά από κάθε υπερβολή θερμοκρασίας και βροχόπτωσης. Οι παράγοντες που συμβάλλουν κατά το μεγαλύτερο μέρος στον καθορισμό των ευρωπαϊκών κλιματικών συνθηκών είναι η αστρονομική θέση και η εξαιρετική οδόντωση των ακτών της. Πράγματι, με εξαίρεση ένα μικρό σχετικά τμήμα, το οποίο περικλείεται μέσα στον αρκτικό πολικό κύκλο, η Ε. βρίσκεται ολόκληρη στη βόρεια εύκρατη ζώνη. Εκτός από αυτό, στα Ν η Μεσόγειος ενεργεί ως ρυθμιστής θερμότητας και χαρακτηρίζει ένα κλίμα που έχει πάρει από αυτήν την ονομασία του (μεσογειακό), ενώ στα Δ και Β ο Ατλαντικός διεισδύει βαθιά στην ενδοχώρα με τις διάφορες διακλαδώσεις του, ασκώντας ευεργετική επίδραση σε μεγάλο μέρος της Ε.
Πρέπει, τέλος, να προστεθεί η επίδραση που ασκούν σε μεγάλες εκτάσεις οι χλιαροί άνεμοι από τα Δ προς τα ΝΔ καθώς και η επίδραση του ρεύματος του Κόλπου (Golf Stream), το οποίο προκαλεί πολύ έντονη θερμική ανωμαλία στις ατλαντικές ακτές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από θερμοκρασίες αισθητά υψηλότερες απ’ όσο επιτρέπει το πλάτος στο οποίο βρίσκονται. Εξάλλου, η παρουσία της ασιατικής ηπειρωτικής μάζας, της οποίας το Σαρματικό βαθύπεδο είναι η φυσική προέκταση, ενεργεί με δυσμενή τρόπο στις κλιματικές ανακλάσεις, γι’ αυτό θα μπορούσε κανείς να πει ότι το ευρωπαϊκό κλίμα είναι αποτέλεσμα της ασταθούς ισορροπίας των σιβηριανών ηπειρωτικών επιδράσεων και των θαλάσσιων επιδράσεων της Μεσογείου και του Ατλαντικού.
Τον χειμώνα εμφανίζονται υψηλές πιέσεις στο Σαρματικό βαθύπεδο και στην κεντρική Ε., οι οποίες προκαλούν έντονο κρύο, το οποίο μετριάζεται από την επίδραση της θάλασσας στις παράκτιες λωρίδες, όπου όμως οι χαμηλές πιέσεις προκαλούν βροχές που διαρκούν πολλές ημέρες. Το καλοκαίρι, η ηπειρωτική μάζα της Ε. διασχίζεται από μία ζώνη χαμηλών πιέσεων, οι οποίες ελκύουν τα υγρά και χλιαρά ρεύματα αέρα που προέρχονται από τον Ατλαντικό. Εξάλλου, ο αντικυκλώνας των Αζόρων, που αγγίζει υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη, εμποδίζει τους δυτικούς ανέμους να φτάσουν έως τη Μεσόγειο, της οποίας οι παράκτιες λωρίδες χαρακτηρίζονται το καλοκαίρι από αραιότατες βροχοπτώσεις.
Γενικά οι κατακρημνίσεις (βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις) ελαττώνονται από τα Δ προς τα Α (είναι όμως μέγιστες, σε σύγκριση με το γεωγραφικό πλάτος, στις ζώνες όπου βρέχονται από τον Ατλαντικό και ελάχιστες προς τα Α του ποντοβαλτικού ισθμού). Παρεμβαίνουν όμως άλλοι παράγοντες και προπάντων η κατανομή και τα ύψη των ορεινών αλυσίδων, τα οποία ποικίλλουν την κατανομή των βροχών. Οι περιοχές με τις περισσότερες βροχές είναι η δυτική Ιρλανδία, η Σκοτία, η ισπανική Γαλικία, ο κεντρικός ορεινός όγκος της Γαλλίας, οι Άλπεις, οι Σκανδιναβικές Άλπεις, τα βόρεια Απένινα, οι Δειναρικές Άλπεις και τα Καρπάθια. Οι πιο φτωχές σε βροχοπτώσεις είναι η ιβηρική Μεσέτα, μερικές εσωτερικές λεκάνες της Γερμανίας, της Πολωνίας και της Τσεχίας, σημαντικό τμήμα του Σαρματικού βαθυπέδου και το βόρειο τμήμα της Φινοσκανδίας.
Στην Ε. μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις βασικούς κλιματικούς τύπους: τον ατλαντικό (στη δυτική Ε.), με άφθονες βροχοπτώσεις που κατανέμονται σε όλες τις εποχές, χειμώνες ψυχρούς αλλά όχι δριμείς και καλοκαίρια ήπια σε σχέση με το γεωγραφικό πλάτος· τον ηπειρωτικό (στην ανατολική Ε.), με μεγάλες διαφορές θερμοκρασιών, αραιές βροχοπτώσεις, κατά το μεγαλύτερο μέρος καλοκαιρινές, και μακρά διάρκεια του χειμερινού παγετού· τον αρκτικό (στη βόρεια Ε.), με αρκετά έντονα κρύα και μέτριες βροχοπτώσεις και, τέλος, τον μεσογειακό (στη νότια Ε.), με καλοκαίρια ζεστά και ξηρά και ήπιους χειμώνες, κατά τους οποίους παρατηρούνται και αραιές βροχοπτώσεις. Στους κλιματικούς αυτούς τύπους μπορούμε να προσθέσουμε έναν πέμπτο, μεταβατικό μεταξύ ατλαντικού και ηπειρωτικού (στην κεντρική Ε.), που χαρακτηρίζεται από αύξηση των διαφορών θερμοκρασίας και γενική μείωση της βροχόπτωσης από τα Δ προς τα Α.
Χλωρίδα. Η βλάστηση της Ε. αντικατοπτρίζει τις κλιματικές συνθήκες των διαφόρων ζωνών. Μπορούμε έτσι να διακρίνουμε πέντε φάσεις, οι οποίες αντιπροσωπεύουν τυπικές βλαστήσεις. Στη ζώνη της τούνδρας, που καλύπτει το βόρειο τμήμα της Ρωσίας και της Σκανδιναβίας, επικρατούν βρύα, λειχήνες, ποώδης βλάστηση και θάμνοι. Στη βόρεια λωρίδα, από τη Σκανδιναβία έως τη Ρωσία και τμήμα της Μεγάλης Βρετανίας, επικρατούν τα κωνοφόρα, με πεύκα, έλατα, λάρικες και θαμνώδη βλάστηση από πτέριδες και μυρτίλλα. Η τρίτη ζώνη περιλαμβάνει την κεντρική Ε., όπου επικρατούν τα εύκρατα δάση με φυλλοβόλα δέντρα (βελανιδιά, οξιά κ.ά.). Εδώ η ετήσια φυλλόρροια επιτρέπει στη θαμνώδη βλάστηση να δέχεται το φως κατά ένα μέρος του χρόνου και να αναπτύσσει ποικίλη χλωρίδα με πρόωρη ανθοφορία. Η ζώνη των στεπών, η οποία χαρακτηρίζεται από ποώδεις συνδυασμούς, περιορίζεται στη Ρωσία, στα νότια της γραμμής Κίβου-Καζάν. Η πέμπτη ευρωπαϊκή ζώνη βλάστησης είναι η μεσογειακή, όπου επικρατούν δέντρα και δενδρύλλια αειθαλή: πεύκα, πουρνάρια, φελλόδρυες, γενίστες, ρείκια, μυρτιές κλπ., ανάμεικτα με βάτα, που αποτελούν ακριβώς το τυπικό δασοτόπι.
Πολλοί επιστήμονες διακρίνουν και μία έκτη ζώνη, την αλπική, η οποία, εκτός φυσικά από τις Άλπεις, περιλαμβάνει τα Πυρηναία, τα Καρπάθια και τα Βόσγια, με βοσκότοπους και χαρακτηριστικά άνθη, όπως η γεντιανή, το ροδόδεντρο κλπ.
Πανίδα. Ο άνθρωπος έχει αλλοιώσει βαθιά τις αρχικές μορφές της ευρωπαϊκής πανίδας, καταπολεμώντας και οδηγώντας στην εξαφάνιση τα άγρια ζώα και εκτρέφοντας ζωολογικές ομάδες οι οποίες του παρέχουν περισσότερη ωφέλεια, όπως αιγοπρόβατα, βοοειδή, ιπποειδή, χοίρους, πουλερικά κλπ.
Στις περιοχές όπου συχνάζουν λιγότερο οι άνθρωποι, όπως τα εκτεταμένα λιβάδια του βορρά, τα πιο πυκνά δάση και οι πιο απόκρημνες ορεινές περιοχές, επιζούν άγρια ζώα που αντιπροσωπεύουν τα υπολείμματα της αρχικής πανίδας. Από ζωογεωγραφική άποψη (και εξετάζοντας μόνο τα άγρια είδη) οι ειδικοί περιλαμβάνουν την Ε. στην παλαιοαρκτική ζώνη. Ακριβέστερα η Ε. περιλαμβάνει την ευρωπαϊκή υποπεριοχή (βόρεια και κεντρική Ε.) και τμήμα της μεσογειακής υποπεριοχής (νότια Ε.). Μεταξύ των δύο αυτών υποπεριοχών έγιναν μεγάλες ανταλλαγές πανίδας, έτσι ώστε διάφορες ζώνες χαρακτηρίστηκαν μεταβατικές.
Από τα μηρυκαστικά, τα οποία υπάρχουν ακόμα στην Ε., σε άγρια κατάσταση είναι το ελάφι και το ζαρκάδι. Ο βίσονας ζει σε περιορισμένες ζώνες της Πολωνίας, ενώ η άλκη, που κάποτε ζούσε σε εκτεταμένες περιοχές, σήμερα συναντάται μόνο σε μερικές βόρειες εκτάσεις. Πολύ διαδεδομένα και με πολλά χαρακτηριστικά είδη είναι τα σαρκοβόρα: η νυφίτσα, η ερμίνα, η μεφίτις, το σαμούρι, το κουνάβι, η βίδρα, η αρκούδα, το τσακάλι, ο λύκος, η αλεπού, ο λυγξ και ο αγριόγατος. Από τα χοιροειδή υπάρχει μόνο ο αγριόχοιρος, ενώ από τα τρωκτικά υπάρχουν διάφορα είδη ποντικών, ο σκίουρος, ο αρκτόμυς, ο μυωξός και, σπανιότερος, ο κάστορας. Τα πιο διαδεδομένα εντομοφάγα είναι ο σκαντζόχοιρος και ο τυφλοπόντικας. Από τα πουλιά αναφέρουμε τους αγριόγαλους, τα ορτύκια, τους φασιανούς, τους αετούς, τα γεράκια, όλους σχεδόν τους σπιζίδες και πολλά αποδημητικά. Από τα ερπετά συναντώνται όλα σχεδόν τα είδη έχιδνας, η πράσινη σαύρα, η νεροφίδα, η χελώνα και η τοιχική σαύρα. Ο πίθηκος, το μόνο από τα πρωτεύοντα που συναντάται στην Ε., έχει πιθανότατα εισαχθεί και σήμερα ζει σχεδόν σε εξημερωμένη κατάσταση στον βράχο του Γιβραλτάρ.
Στην ευρωπαϊκή πτηνοπανίδα ανήκουν, μεταξύ των άλλων, διάφορα ορνιθοειδή (για παράδειγμα ορτύκια, πέρδικες, αγριόγαλοι), πολυάριθμα αρπακτικά (μεταξύ των οποίων γεράκια, γύπες και στριγίδες), διάφορα είδη δρυοκολαπτών και μεγάλος αριθμός σπιζιδών. Από οικονομική άποψη έχει σημασία η ιχθυοπανίδα των εσωτερικών υδάτων, η οποία περιλαμβάνει πέστροφες, κυπρίνους, τίγγες, οξύρρυγχους, μερικούς κορηγώνιους, χέλια και πέρκες.
Πληθυσμός
Ιστορικοί, γεωγραφικοί, αλλά προπάντων οικονομικοί παράγοντες –οι τελευταίοι συνδέονται ιδιαίτερα με την ανάπτυξη της εκβιομηχάνισης– συνετέλεσαν σε μια εξαιρετικά ακανόνιστη κατανομή του πληθυσμού στο ευρωπαϊκό έδαφος. Έτσι, δίπλα στη ζώνη όπου η πυκνότητα φτάνει τις υψηλότατες τιμές (η Ολλανδία και το Βέλγιο είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες χώρες του κόσμου, ξεπερνώντας τους 350 κατ. ανά τ. χλμ.) συναντάμε μεγάλες εκτάσεις στην πραγματικότητα ακατοίκητες (λιγότερο από 10 κατ. ανά τ. χλμ.), παρότι η Ε. είναι το μοναδικό μέρος του κόσμου που δεν έχει ερήμους. Οι συγκεκριμένες περιοχές αντιστοιχούν στις πιο απρόσιτες ορεινές ζώνες των Άλπεων, των Πυρηναίων, των Καρπαθίων, των Δειναρικών Άλπεων, των αναγλύφων της Σκοτίας και προπάντων των περιοχών με πολύ τραχύ κλίμα, όπως οι Σκανδιναβικές Άλπεις, η Λαπωνία, η βόρεια Ρωσία και η Ισλανδία. Πρόκειται για εξαιρετικά εκβιομηχανισμένες ζώνες, που δέχτηκαν τεράστια ώθηση στην οικονομική τους ανάπτυξη, χάρη στην παρουσία τεράστιων αποθεμάτων γαιανθράκων. Παρόμοια χαρακτηριστικά εμφανίζουν και άλλες περιοχές με δημογραφική πυκνότητα, όπως οι σκοτσέζικες Λόουλαντς (πεδινές περιοχές), οι Αστουρίες στην Ισπανία και το λεκανοπέδιο του Ντον στη Ρωσία. Εκτός από αυτές, περιοχές πολύ ανεπτυγμένες οικονομικά και συνεπώς πυκνοκατοικημένες είναι η περιοχή του Παρισιού, η Καταλονία, η κοιλάδα του Ροδανού, η παράκτια λωρίδα της Λιγυρίας, η κοιλάδα του Πάδου, η Τοσκάνη, η παράκτια Καμπανία στην Ιταλία και άλλες λιγότερο εκτεταμένες ζώνες, συγκεντρωμένες συχνά γύρω από τις πιο μεγάλες πόλεις.
Το πρόβλημα των αρχαιότατων κατοίκων της Ε. παραμένει μέχρι σήμερα άλυτο. Με τις σημερινές γνώσεις φαίνεται ότι δεν υπήρχαν αυτόχθονες Ευρωπαίοι, αλλά η Ε. υπήρξε από παλιά ένα χωνευτήρι ανθρώπινων τύπων που μετανάστευσαν από την Αφρική και τη δυτική Ασία, με εξαίρεση ίσως τον νεαντερτάλιο τύπο.
Το αρχαιότερο απολιθωμένο εύρημα είναι ένα σαγόνι (γνάθος), το οποίο ανακαλύφθηκε το 1907 στην τοποθεσία Μάουερ, κοντά στη Χαϊδελβέργη της Γερμανίας, από την οποία πήρε και την ονομασία άνθρωπος της Μάουεράνθρωπος της Χαϊδελβέργης (που ονομάστηκε και Ευράνθρωπος), ο οποίος έζησε πιθανότατα κατά τις αρχές της κατώτερης παλαιολιθικής εποχής. Από την ενδιάμεση ρίσιο-βούρμιο περίοδο και έπειτα, ο αριθμός και η ποικιλία των απολιθωμάτων ή των αντικειμένων και των έργων τέχνης που βρέθηκαν είναι αρκετά μεγάλος· από τις τοποθεσίες των πρώτων ευρημάτων προήλθαν οι ονομασίες που χαρακτηρίζουν τους πολιτισμούς που επεξεργάστηκαν τα διάφορα προϊόντα του πολιτισμού, ονομασίες που χρησιμοποιούνται συχνά για να δείξουν πολιτιστικά αντίστοιχα και έξω από την Ε. Κατά τη μέση παλαιολιθική περίοδο διαδόθηκε από την Ε. έως την ανατολική Σιβηρία και τη Μέση Ανατολή ένας τύπος ανθρώπου γνωστός ως άνθρωπος του Νεάντερταλ (από την ονομασία που χρησιμοποιήθηκε για το πρώτο απολίθωμα του τύπου αυτού που βρέθηκε στην κοιλάδα Νεάντερταλ, κοντά στο Ντίσελντορφ), ο οποίος εξαφανίστηκε για άγνωστους λόγους κατά τις αρχές της τελευταίας παγετωνικής περιόδου (βουρμίου). Σύγχρονοί του υπήρξαν οι λεγόμενοι προέμφρονες (Presapiens), των οποίων η ανθρωπολογική δομή είναι σαφώς πιο προοδευμένη, ενώ από αυτούς, κατά τους ανθρωπολόγους, προήλθαν μερικοί από τους προγόνους του Ευρωπαίου έμφρονος ανθρώπου (Homo sapiens). Τυπικοί εκπρόσωποί του είναι οι λεγόμενοι άνθρωποι του Φοντεσεβάντ και του Σουόνσκομπ, που διαπιστώθηκαν αντίστοιχα στη Γαλλία και στη Μεγάλη Βρετανία. Κατά την ανώτερη παλαιολιθική περίοδο παρατηρήθηκαν πολυάριθμες μεταναστεύσεις από τη βόρεια Αφρική και από τη δυτική Ασία. Οι άνθρωποι αυτοί συγχωνεύτηκαν με τους αυτόχθονες Ευρωπαίους, δίνοντας γένεση, σύμφωνα με διάφορους επιστήμονες, σε τρεις ανθρώπινους τύπους, από τους οποίους πάλι προήλθαν οι αρχαιότεροι ευρωπαϊκοί ανθρώπινοι κορμοί. Οι μεταναστεύσεις από την Ασία όμως δεν τερματίστηκαν με το τέλος της παλαιολιθικής εποχής. Ασιάτες, κυρίως από τον ευρωποειδή κλάδο, εισέβαλαν επανειλημμένα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, όπου εισήγαγαν τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη μεταλλουργία, την υφαντική και την τέχνη της κεραμικής. Από τη συγχώνευση των λαών αυτών με τους αρχαίους Ευρωπαίους προήλθαν οι νεότερες φυλές του ευρωποειδούς κορμού. Οι ευρωποειδείς, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Ε., υποδιαιρούνται, κατά τον Ιταλό ανθρωπολόγο Ρενάτο Μπιαζούτι, στις ακόλουθες φυλές, που ανήκουν κατά μεγάλο μέρος στον κορμό των ευρωπιδών: μεσογειακή, η οποία χαρακτηρίζεται από λευκό σκούρο δέρμα έως έντονο μελαχρινό, μέσο ανάστημα, σώμα με μακριά ή κοντά άκρα (στις νότιες περιοχές), καστανά μαλλιά και μάτια που μπορούν να φτάσουν το μαύρο, κρανίο συνήθως μεσόμορφο (δεν λείπουν όμως τα δολιχόμορφα ή βραχύμορφα), ωοειδές πρόσωπο και αραιό τρίχωμα του σώματος· η αδριατική, η οποία χαρακτηρίζεται από λευκό δέρμα έως μελαχρινό, ψηλό ανάστημα, ρωμαλέο σώμα με μακριές κνήμες, καστανά μαλλιά, που τείνουν συχνά προς το ξανθό, ανοιχτόχρωμα ή και γαλανά μάτια, βραχύμορφο κρανίο, μακρύ πρόσωπο, πυκνό τρίχωμα· η αλπική, η οποία χαρακτηρίζεται από λευκό-θαμπό δέρμα, μέσο ανάστημα, ρωμαλέο σώμα με κοντά άκρα, καστανά μαλλιά και μάτια, βραχύμορφο και χαμηλό κρανίο, πλατύ πρόσωπο, με κοντή μύτη, μέσο τρίχωμα· η βαλτική, η οποία χαρακτηρίζεται από λευκό δέρμα που τείνει προς το κίτρινο, μέσο ανάστημα, ογκώδες σώμα, από καστανά έως ξανθά μαλλιά, ανοιχτόχρωμα κυρίως μάτια, βραχύμορφο κρανίο, μύτη με κοίλη ράχη και ανυψωμένο άκρο, πλατύ πρόσωπο με ζυγωματικά που προεξέχουν, αραιό τρίχωμα· η σκανδιναβική ή νορδική, η οποία χαρακτηρίζεται από λευκορόδινο δέρμα, ψηλό έως πολύ ψηλό ανάστημα, μαλλιά από ξανθό τέφρας έως ξανθό σκούρο, σώμα με μακριά άκρα, μάτια κυρίως γαλανά ή γκρίζα, πολύ βαθιά και λίγο ανοιχτά, κρανίο καθαρά δολιχόμορφο, στενό και υψηλό πρόσωπο, αραιό τρίχωμα· η λαπωνική (που σχηματίζει τον κορμό των Λαπιδών), η οποία χαρακτηρίζεται από λευκό-μελαχρινό δέρμα, χαμηλό ανάστημα, ρωμαλέο σώμα με κοντά μέλη, σκούρα μαλλιά, κυρίως σκούρα μάτια, βραχύμορφο κρανίο πολύ πλατύ και χαμηλό, πλατύ πρόσωπο με τετράγωνη βάση και ζυγωματικά που προεξέχουν, μύτη με κοίλη ράχη και πτερύγια αρκετά πλατιά, αραιό τρίχωμα.
Η γεωγραφική διάσπαση των φυλών αυτών συμφωνεί αρκετά με την περιγραφή τους: η σκανδιναβική ή η νορδική φτάνει έως τη βόρεια Γερμανία, η βαλτική κατέχει τη μεταξύ Όντερ και Ουραλίων περιοχή, συνορεύοντας στα Ν με την αδριατική, η οποία φτάνει έως τον Δνείστερο και τα Καρπάθια, η αλπική συναντάται όχι μόνο στην περιοχή των Άλπεων αλλά στα Πυρηναία και στη νότια Γερμανία. Στις περιοχές επαφής μεταξύ των ομάδων αυτών (όπως και μέσα στις ίδιες τις ομάδες) υπάρχουν πληθυσμοί σε μεγάλο βαθμό ανάμεικτοι.
Γλώσσες
Οι αλλεπάλληλες κατά τους προϊστορικούς χρόνους μεταναστεύσεις λαών που προέρχονταν από την Ανατολή και η διασπασμένη μορφή του τοπίου ευνόησαν συχνά την ανεξαρτητοποίηση, που εκφράζεται ιστορικά με μια αξιοσημείωτη ποικιλία πολιτικών και κοινωνικών μορφών και με τον πλούτο των γλωσσικών ιδιωμάτων. Από την τελευταία αυτή άποψη, μπορούμε να διαπιστώσουμε καθαρά την επικράτηση της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας, προπάντων με τις τρεις κύριες γλωσσικές ομάδες της: τη λατινική, τη γερμανική και τη σλαβική. Υπολείμματα γλωσσών πιθανότατα πιο σπουδαία κατά το παρελθόν –όπως συνέβη με την ελληνική– είναι οι άλλες ομάδες που ανήκουν στην ίδια οικογένεια, δηλαδή η βαλτική, η κελτική, η αλβανική και, όπως αναφέραμε, η ελληνική.
Θρησκείες
Οι Ευρωπαίοι είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος χριστιανοί, χωρισμένοι όμως στις τρεις μεγάλες ομολογίες, στις οποίες έχει διαιρεθεί ο χριστιανισμός. Η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο και η Αυστρία εμφανίζουν υψηλότατο ποσοστό ρωμαιοκαθολικών, που αποτελούν επίσης μεγάλο ποσοστό στην Ιρλανδία, στην Πολωνία, στην Τσεχία και στην Ουγγαρία. Οι προτεστάντες αποτελούν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού στη Νορβηγία, στη Σουηδία, στη Φιλανδία, στη Δανία και στην Ισλανδία και την πλειονότητα στην Αγγλία, στην Ολλανδία, στη Γερμανία και στην Ελβετία. Οι ορθόδοξοι αποτελούν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού στην Ελλάδα, στη Βουλγαρία, στη Ρωσία, στη Γεωργία και την πλειονότητα στη Ρουμανία και στη Σερβία-Μαυροβούνιο. Τον ισλαμισμό ακολουθεί μεγάλο μέρος των Αλβανών, ενώ υπάρχουν ισχυρές μουσουλμανικές μειονότητες στη Βουλγαρία και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ο ιουδαϊσμός είχε, πριν από τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο, ισχυρούς πυρήνες στις πόλεις, όμως ο αριθμός τους έχει περιοριστεί εξαιτίας των ναζιστικών διωγμών.
Οικονομία
Αν και η Ε. έχει πια χάσει την πρωτοκαθεδρία στον οικονομικό τομέα, η οποία έφτασε στο απόγειό της κατά την περίοδο μεταξύ της έναρξης της Βιομηχανικής επανάστασης και του τέλους του A’ Παγκοσμίου πολέμου, παρ’ όλα αυτά το βάρος που ασκεί στο διεθνές πεδίο είναι αρκετά σημαντικό και σε πολλούς τομείς η συμβολή της είναι ανώτερη από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου. Έτσι σήμερα η ευρωπαϊκή ήπειρος, ενώ έχει συνολική παραγωγή μεγαλύτερη από τη συνολική παραγωγή της Βόρειας Αμερικής, υστερεί σημαντικά απέναντί της στη μέση ανά κάτοικο παραγωγή. Ειδικότερα στη γεωργία επικρατούν κυρίως τα δημητριακά, ιδιαίτερα το σιτάρι (η Ε. έχει το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής), που καλλιεργείται σε όλες τις εύκρατες ζώνες, είτε στις μεγάλες πεδιάδες του βορρά είτε στα λεκανοπέδια της νότιας Ε. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις βαλκανικές χώρες οι καλλιέργειες σιταριού καλύπτουν το 60% της γεωργικής παραγωγής τους ενώ στην Ουκρανία αποτελεί το κύριο προϊόν καλλιέργειας. Η σίκαλη, η βρόμη και το κριθάρι (το μισό της παγκόσμιας παραγωγής) καλλιεργούνται κυρίως στις ζώνες με πιο τραχύ κλίμα. Μέτριες μέχρι τώρα είναι οι ποσότητες καλαμποκιού και ρυζιού (πεδιάδα του Πάδου, νότια Ισπανία, Γαλλία) και ανεπαρκείς για την κάλυψη της ζήτησης της εσωτερικής αγοράς.
Πολύ διαδεδομένες επίσης είναι οι καλλιέργειες της πατάτας (63% της παγκόσμιας παραγωγής), που καλλιεργείται σε μια λωρίδα η οποία αρχίζει από την Ιρλανδία και φτάνει μέχρι τη Ρωσία, περνώντας από τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Πολωνία, των ζαχαρότευτλων (70%), που καλλιεργούνται κυρίως στις χώρες της ανατολικής Ε., στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Πολωνία, στην Ιταλία και στην Ελλάδα, και του αμπελιού και της ελιάς, που είναι τυπικά μεσογειακές καλλιέργειες. Από τις βιομηχανικές καλλιέργειες, εκτός από τα ζαχαρότευτλα που αναφέραμε, θέση πρωταρχικής σπουδαιότητας κατέχει το καννάβι (Ρωσία, Σερβία-Μαυροβούνιο, Ουγγαρία, Ρουμανία, Πολωνία) και το λινάρι (Ρωσία, Πολωνία, Γαλλία), ενώ οι ποσότητες καπνού είναι σχετικά περιορισμένες (Ελλάδα, Βουλγαρία, Ιταλία), όπως και των ελαιούχων σπόρων και του βαμβακιού.
Τα δεδομένα που αναφέραμε παραπάνω αποκτούν ακόμα σπουδαιότερη σημασία όταν ληφθεί υπόψη ότι η επιφάνεια που καλλιεργείται είναι αρκετά περιορισμένη σε σύγκριση με εκείνη των άλλων ηπείρων. Πράγματι, εκείνο που χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή γεωργία στο σύνολό της είναι η υψηλή αποδοτικότητα, αποτέλεσμα των ορθολογικών συστημάτων καλλιέργειας, της ολοένα και μεγαλύτερης χρησιμοποίησης λιπασμάτων, της εκλογής σπόρων, των γεωργικών μηχανημάτων κλπ. Τα δάση δίνουν αξιόλογη ποσότητα ξυλείας, κυρίως στις σκανδιναβικές χώρες, στην Ισπανία, στη Ρωσία, στη Μεγάλη Βρετανία και στην Πολωνία, οι οποίες τη χρησιμοποιούν για την παραγωγή χαρτιού, χαρτοπολτού και κυτταρίνης.
Όσο για το ζωικό κεφάλαιο, ιδιαίτερη ανάπτυξη εμφανίζει η εκτροφή βοοειδών, χοίρων και οικιακών ζώων, τα οποία στις διάφορες χώρες, όπως η Δανία και η Ολλανδία, εκτρέφονται με ορθολογικές μεθόδους και εντατικά. Και αν τα άλλα μέρη του κόσμου ξεπερνούν την Ε. σε αριθμό κεφαλιών, αυτή όμως βρίσκεται επικεφαλής στην παραγωγή γάλακτος (κυρίως στη Ρωσία), βουτύρου (Ρωσία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Δανία) και τυριών (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ρωσία, Ολλανδία). Η αλιεία, τέλος, με την οποία ασχολούνται ιδιαίτερα οι λαοί που βρίσκονται κοντά στον Ατλαντικό ωκεανό, στη Βαλτική και στη Βόρεια θάλασσα, παρέχει μεγάλες ποσότητες ρέγκας και βακαλάου.
Στον τομέα του ορυκτού πλούτου, η Ε. δεν κατέχει αξιόλογη θέση, εκτός από τα σιδηρομεταλλεύματα (30% της παγκόσμιας παραγωγής προέρχεται από την Ουκρανία, τη Σουηδία, τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία), τους γαιάνθρακες (Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ουκρανία, Γερμανία, Πολωνία), τα άλατα καλίου (Γερμανία, Γαλλία, Ρωσία), τον υδράργυρο (Ισπανία, Ιταλία), τον μαγνησίτη (Τσεχία, Σλοβακία, Αυστρία, Ουκρανία), τους πυρίτες (Φιλανδία, Νορβηγία) και τα φωσφάτα (Ρωσία). Αξιόλογη εξάλλου είναι η παραγωγή μολύβδου (Σερβία-Μαυροβούνιο), ψευδαργύρου (Ρωσία, Πολωνία, Ιταλία), βωξίτη (Ουκρανία, Γαλλία, Σερβία-Μαυροβούνιο, Ουγγαρία, Ελλάδα), βολφραμίου (Ρωσία, Πορτογαλία) και ουρανίου (Γαλλία).
Αξιόλογα αντιπροσωπεύεται επίσης και ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας (υδάτινος, θερμικός ή πυρηνικός), με παραγωγή ίση προς το 39% περίπου της παγκόσμιας. Στην υδροηλεκτρική ενέργεια πρωταγωνιστούν η Νορβηγία, η Σουηδία, η Γαλλία, η Ελβετία, η Αυστρία, η Ιταλία και η Ισπανία. Επίσης, στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικές αντιδράσεις επιδίδονται η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Λιθουανία, η Ουκρανία, η Σουηδία, η Ελβετία, η Φιλανδία και η Βουλγαρία, ενώ η Ισλανδία αξιοποιεί τη γεωθερμική ενέργεια.
Σχετικά με το πετρέλαιο, η Ε. είναι αναγκασμένη να προσφεύγει σε μεγάλες εισαγωγές, ιδιαίτερα από την Ασία (Μέση Ανατολή) και την Αφρική. Η Ρωσία (δεύτερη στην παγκόσμια παραγωγή μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες) χρησιμοποιεί όλη σχεδόν την παραγωγή της η ίδια.
Η μεταποιητική βιομηχανία είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη (κυρίως στη Ρωσία, στη Γερμανία, στη Γαλλία και στη Μεγάλη Βρετανία). Εκτός από τη βιομηχανία τροφίμων, οι κυριότεροι τομείς είναι: ο υφαντουργικός (ο πρώτος που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη)· ο σιδηρουργικός, στον οποίο οφείλεται η μεγάλη ευρωπαϊκή παραγωγή σιδήρου· ο μεταλλομηχανουργικός, ο οποίος δίνει καλά αποτελέσματα προπάντων στους κλάδους αυτοκινήτων και ναυπηγήσεων· ο χημικός, εξαιρετικά ποικίλος και εκτεταμένος, που περιλαμβάνει κλάδους από τις πλαστικές ύλες έως την πετροχημική και τη φαρμακευτική βιομηχανία, τη βιομηχανία χρωμάτων και τη βιομηχανία τεχνητών υφαντικών ινών.
Ουσιώδης παράγοντας για την οικονομική εξέλιξη της Ε. υπήρξε –και εξακολουθεί να είναι– η παρουσία πυκνότατου δικτύου σιδηροδρομικών (396.000 χλμ., το ένα τρίτο του παγκόσμιου δικτύου), οδικών, αεροπορικών και ποτάμιων συγκοινωνιών. Οι ευρωπαϊκές εμπορικές ναυτιλίες, μεταξύ των οποίων τις πρώτες θέσεις κατέχουν η βρετανική, η νορβηγική και η ελληνική (με βάση την πλοιοκτησία και όχι τη σημαία στην πρώτη θέση βρίσκεται η ελληνική ναυτιλία), ξεπερνούν τις ναυτιλίες όλων των άλλων ηπείρων και το λιμάνι του Ρότερνταμ έρχεται επικεφαλής όλων των άλλων από την πλευρά της εμπορικής κίνησης.
Πρέπει όμως να ειπωθεί ότι η πρόοδος που επιτέλεσαν ορισμένες χώρες ευνοήθηκε σημαντικά από διεθνείς οργανώσεις στον ευρωπαϊκό χώρο, όπως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (EΟΚ), η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας ή Ευρατόμ και η Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Πράγματι, οι οργανώσεις αυτές έκαναν δυνατή μια πιο στενή συνεργασία και κατά ένα μέρος την πραγματοποίηση μιας κοινής οικονομικής πολιτικής. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την οικονομία, βλ. λ. Ευρωπαϊκή Ένωση· Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών.
Ιστορία
Μια ιστορία της Ε. μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο εφόσον είναι δυνατόν vα αντιμετωπιστούν οι ευρωπαϊκοί λαοί ως μία ενότητα. Τέτοια ενότητα παρουσίασε ιστορικά η Ε. με διάφορες μορφές, για παράδειγμα με την ομοιομορφία της πολιτικοκοινωνικής οργάνωσης, την υπαγωγή της στην ίδια πολιτική ή θρησκευτική εξουσία, την ομοιομορφία ηθών, θρησκείας, νομικών θεσμών κλπ.
Η κληρονομιά, την οποία ο ελληνικός πολιτισμός κληροδότησε στη Ρώμη και από αυτή στην Ε., περιλαμβάνει και ορισμένους σπουδαίους πολιτικούς θεσμούς. Στην Ελλάδα γεννήθηκε η ιδέα της δημοκρατίας και εκεί πρωτοεμφανίστηκε η ένδοξη ιστορία των πόλεων (πόλη-κράτος). Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ένωσε κάτω από μία και μόνη εξουσία όλες τις τότε πολιτισμένες χώρες της Ε. καθώς και τη βόρεια Αφρική και τη δυτική Ασία. Βέβαια ένα μεγάλο μέρος της σημερινής Ε. έμεινε έξω από την αυτοκρατορία (η Γερμανία, η Σκανδιναβία, η Αυστρία, η Ρωσία, η Σκοτία, η Ιρλανδία)· οι περιοχές όμως αυτές ήταν ακόμα αραιοκατοικημένες. Η κεντρική εξουσία, με το σύστημα διακυβέρνησης που εφάρμοσε, δημιούργησε σε όλη την Ε. ενιαίους διοικητικούς, νομικούς και οικονομικούς θεσμούς, οι οποίοι έγιναν αργότερα, όπως και οι ελληνικοί, κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά. Με την παρακμή και την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας άρχισε η μακρόχρονη περίοδος η οποία ονομάζεται Μεσαίωνας. Ο ρωμαϊκός κόσμος έχασε την ενότητα που είχε πετύχει με την αυτοκρατορία και αφομοιώθηκε με τους γερμανικούς λαούς, που κατέβηκαν από τον βορρά. Ένα νέο στοιχείο που κατάφερε να διατηρήσει ενωμένους τους διάφορους λαούς του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους και να προσαρμόσει και τους νέους λαούς (τους γερμανικούς) στη ρωμαϊκή παράδοση ήταν η χριστιανική θρησκεία και η Εκκλησία. Κατά την αποσύνθεση της αυτοκρατορίας και τις καταστροφές που προκάλεσαν οι βαρβαρικές επιδρομές κατάφεραν να διατηρήσουν μια φλόγα, έστω και μικρή, του ρωμαϊκού πολιτισμού και να δράσουν στην Ε. ως νέα ενοποιητική δύναμη. Στην αρχή η παπική Εκκλησία έμεινε στενά δεμένη με το Βυζάντιο και εργάστηκε για τον εκχριστιανισμό των άλλων ευρωπαϊκών λαών. Η εικονομαχική, όμως, πολιτική του Βυζαντίου την έστρεψε προς τους Φράγκους από τα μέσα ήδη του 8ου αι., ενώ η επεκτατική πολιτική των Αράβων την ενίσχυσε να υποστηρίξει την ενοποιητική προσπάθεια της αυτοκρατορίας του Καρόλου. Η λέξη Ε., που μέχρι τότε είχε μόνο γεωγραφική σημασία, άρχισε να σημαίνει την ενότητα των ευρωπαϊκών λαών. Ήδη ένας ανώνυμος συνεχιστής της χρονογραφίας του Ισίδωρου της Σεβίλης, περιγράφοντας τη μάχη του Πουατιέ (732), με την οποία ο Κάρολος Μαρτέλος σταμάτησε την αραβική προέλαση στο γαλλικό έδαφος, αντιτάσσει τους Άραβες στους Ευρωπαίους. Η αυτοκρατορία του Καρόλου του Μεγάλου (Καρλομάγνου) ονομάζεται Ευρώπηβασίλειο του Καρόλου. Τον 9o αι. ακριβώς, στην αυτοκρατορία των Καρολιδών, διαμορφώθηκε το φεουδαρχικό καθεστώς, το οποίο διαδόθηκε τόσο ώστε τον 12o αι. έγινε το χαρακτηριστικό πολιτικοκοινωνικό σύστημα ολόκληρης της Ε., με κύριο γνώρισμα την πολιτική και στρατιωτική διάσπαση της εξουσίας. Στο μεταξύ η Εκκλησία εξακολουθούσε την ενοποιητική της δράση και ενώ ο αυτοκρατορικός θεσμός εξασθενούσε συνεχώς, η παπική εξουσία με τον πάπα Iνoκέντιο Γ’ (1198-1216) έφτασε στη μεγαλύτερή της δύναμη. Η διάσπαση του φεουδαρχικού κόσμου χαρακτηρίζει ολόκληρη την Ε. Ωστόσο σιγά-σιγά, με την ανάπτυξη της αστικής τάξης, άρχισε να παρακμάζει το φεουδαρχικό καθεστώς και να εμφανίζονται, κυρίως τον 14o και 15o αι., νέα πολιτικά σχήματα, που ήταν οι πρώτες μεγάλες μοναρχίες των νεότερων χρόνων. Έτσι, στα τέλη του 15ου αι. η Αγγλία, η Γαλλία, η Ισπανία εξελίχθηκαν σε ισχυρά απολυταρχικά κράτη με κληρονομικούς ηγεμόνες. Η Αγγλία εδραίωσε το απολυταρχικό της καθεστώς όταν, με το τέλος του Εκατονταετούς πολέμου, εγκατέλειψε τις βλέψεις της στην ηπειρωτική Ε., κυρίως όμως όταν, με την άνοδο στον θρόνο της μεγάλης δυναστείας των Τιδόρ, τερματίστηκε ο εξαντλητικός εμφύλιος πόλεμος των Δύο Ρόδων. Ομοίως η γαλλική μοναρχία, αφού πολέμησε σκληρά εναντίον των βλέψεων του βασιλιά της Αγγλίας και του δούκα της Βουργουνδίας, κατάφερε να ενώσει υπό την κυριαρχία της εκτεταμένα εδάφη. Στην Ισπανία, ύστερα από τον γάμο του Φερδινάνδου της Aραγονίας με την Ισαβέλλα της Καστίλης, ενώθηκαν, το 1474, οι δύο μεγαλύτερες μοναρχίες της χερσονήσου και στο τέλος του αιώνα (1492) έγινε ο τελευταίος αγώνας για τον διωγμό των Αράβων από την Ισπανία. Ενώ η εξουσία των κοσμικών ηγεμόνων γινόταν όλο και πιο ισχυρή, η παπική, αποδυναμωμένη από εξακολουθητικές κρίσεις, όπως για παράδειγμα η σύγκρουση του πάπα Βονιφάτιου H’ με τον Γάλλο βασιλιά Φίλιππο Δ’ τον Ωραίο, η περίοδος της λεγόμενης αιχμαλωσίας της Αβινιόν και το μεγάλο Σχίσμα της Δύσης (1378-1417) μεταξύ του πάπα της Ρώμης και του πάπα της Αβινιόν, σιγά-σιγά έδυε. Με τη θρησκευτική Μεταρρύθμιση του 16ου αι. οι θεοκρατικές βλέψεις του Μεσαίωνα χάθηκαν οριστικά. Με το τέλος της αυτοκρατορικής και της παπικής κυριαρχίας και της θρησκευτικής ενότητας άρχισε η ιστορία της νεότερης Ε. με πρωταγωνιστές τα τρία μεγάλα κράτη που είχαν πρόσφατα διαμορφωθεί και εδραιωθεί και στα οποία θα πρέπει να προστεθεί η γερμανική δύναμη των Αψβούργων. Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος των ευρωπαϊκών κρατών· πρώτον, η τάση ενός, κάθε φορά, από τα ηπειρωτικά κράτη να ηγεμονεύσει στην Ε.· ύστερα, η προσπάθεια να εξουδετερωθεί η τάση αυτή και να αποκατασταθεί η ισορροπία των δυνάμεων, περισσότερο από τα κράτη τα οποία βρίσκονταν σχετικά έξω από το πολιτικό αυτό σύστημα, και ιδιαίτερα από τη νησιωτική δύναμη της Αγγλίας· και τέλος, η εξακολουθητική επέκταση του συστήματος αυτού, στο οποίο ήταν απαραίτητοι όλο και νέοι χώροι για να πετυχαίνουν την εξισορρόπησή του.
Το πρώτο κράτος που επεδίωξε να επιβάλει την ηγεμονία του –το κράτος του αυτοκράτορα Καρόλου E’– βρήκε αντιμέτωπη ως στοιχείο εξισορρόπησης την Αγγλία, η οποία βρισκόταν ακόμα στο στάδιο της σταθεροποίησης της δύναμής της· τον ρόλο αυτόν τον έπαιξε η εξωτερική δύναμη των Τούρκων. Αλλά στην περίπτωση της επιβολής της ισπανικής ηγεμονίας από τον Φίλιππο B’, η Αγγλία ήταν η δύναμη που έπαιξε τον ρόλο του ρυθμιστή της ισορροπίας. Η καταστροφή της Αήττητης Αρμάδας (1588) στις βρετανικές ακτές υπήρξε σταθμός για την κατοπινή εξωτερική πολιτική της Αγγλίας· ισχυρή, χάρη στην οικονομική της ανάπτυξη, ήρθε αντιμέτωπη με κάθε ηπειρωτική δύναμη που είχε ηγεμονικές τάσεις. Η τρίτη περίπτωση κράτους το οποίο επεδίωξε να επιβάλει την ηγεμονία του ήταν η Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ’, αλλά και αυτήν την αναχαίτισε μια καλά οργανωμένη συμμαχία με επικεφαλής την Αγγλία. Στις περιόδους που μεσολάβησαν, μεταξύ των κυριαρχικών τάσεων που διαδοχικά προέβαλαν οι διάφορες αυτές δυνάμεις και παράλληλα με την αποικιακή επέκταση που στο μεταξύ πραγματοποιήθηκε, διαμορφώθηκαν και εδραιώθηκαν στην Ε. νέα κράτη· πρώτα η Ολλανδία, ύστερα η Ρωσία και η Πρωσία, τέλος η Ιταλία και η Γερμανία. Τα νέα αυτά κράτη μπήκαν στο ευρωπαϊκό σύστημα, που ζυγιζόταν μεταξύ των δύο πόλων: της κυριαρχικής επιβολής και της ισορροπίας των δυνάμεων.
Με τη μεγάλη ανάπτυξη της σύγχρονης επιστήμης, πρώτα στη Μεγάλη Βρετανία και ύστερα σε όλη την Ε., η νέα τεχνολογία και η νέα τεχνική της οικονομικής παραγωγής δημιούργησαν τη Βιομηχανική επανάσταση, που μαζί με τις αρχές του Διαφωτισμού ανέτρεψε, ιδιαίτερα στην ηπειρωτική Ε., την παλαιά οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας. Η αστική τάξη για να αναπτυχθεί έπρεπε να σπάσει την παλαιά οικονομική διάρθρωση της φεουδαρχίας και τους περιορισμούς τους οποίους το κράτος είχε επιβάλει στους πολίτες. Επικράτησε τότε ο φιλελευθερισμός. Οι μεγάλες μάζες έχοντας συνείδηση της συμβολής τους στην κοινωνική ζωή επέβαλαν στην πολιτική την αρχή της ισότητας, πρώτα στη νομική και πολιτική της μορφή και αργότερα στην οικονομικοκοινωνική, δημιουργώντας έτσι την ευκαιρία να αναπτυχθεί η δημοκρατική ιδεολογία και στη συνέχεια η σοσιαλιστική. Η ίδια η νομιμοποίηση ενός κράτους, το οποίο έως τότε βασιζόταν στο θείο δίκαιο, έπρεπε πλέον να προέλθει από κάτω, δηλαδή από τους πολίτες που ανήκαν σε αυτό. Έτσι, από τη Γαλλική επανάσταση και έπειτα άρχισε η εποχή των εθνικών κρατών.
Σύμφωνα με τη νέα αντιμετώπιση, που επικράτησε στο πολιτικό σύστημα των ευρωπαϊκών κρατών, η εθνική ιδεολογία συμπλήρωσε τη διαμόρφωση του συγκεντρωτικού γραφειοκρατικού κράτους της ηπειρωτικής Ε. (η Αγγλία με τη νησιωτική της ασφάλεια είχε ακολουθήσει έναν πιο ελεύθερο δρόμο) και οδήγησε σε μεγάλη αύξηση της πολιτικής εξουσίας. Χάρη στην εθνική ιδεολογία, η πολιτική εξουσία μπορούσε να διαθέσει πολύ περισσότερους ανθρώπους, κοινωνικές δυνάμεις καθώς και νέες και πλατύτερες μορφές της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο αγώνας για την κυριαρχία και την ισορροπία των δυνάμεων άρχισε να γίνεται πιο βίαιος και αιματηρός απ’ ό,τι ήταν στο παρελθόν. Ο Ναπολέων μάλιστα οδήγησε τη Γαλλία της μεγάλης Επανάστασης σε μια τεράστια απόπειρα κυριαρχικής επιβολής. Η Γαλλία, όμως, υπέκυψε και πάλι στην πατροπαράδοτη και επιδέξια αγγλική πολιτική και στον ρωσικό κολοσσό.
Αλλά αν οι συνασπισμοί των μεγάλων κρατών πέτυχαν τελικά να κάμψουν τον αυτοκράτορα των Γάλλων, η Ιερή Συμμαχία δεν κατάφερε τίποτα εναντίον των δημοκρατικών ιδεών, που οι στρατιές του Ναπολέοντα διέδωσαν σε όλη την ήπειρο, από τη Νάπολη μέχρι την Ισπανία, την Πρωσία και την Ουγγαρία. Αν και τα πρώτα φιλελεύθερα κινήματα πνίγηκαν στο αίμα, οι αρχές της εθνικής ανεξαρτησίας και της πολιτικής ελευθερίας διαδόθηκαν ακάθεκτα, και από το 1830 η Ε. άρχισε να αλλάζει σιγά-σιγά τους θεσμούς και την όψη της. Γεννήθηκαν νέα κράτη, ενώ η αστική τάξη απέσπασε από τους ηγεμόνες τα πρώτα συντάγματα. Δημιουργήθηκαν και εδραιώθηκαν τα κεφαλαιοκρατικά αστικά κράτη των οποίων ο Μαρξ, ήδη στα μέσα του 19ου αι., προέβλεψε τον θρίαμβο αλλά και την καταστροφή.
Το νέο κύμα κυριαρχικής επιβολής, ισχυρότερο και τρομακτικό –ύστερα από μια περίοδο προεργασίας και προετοιμασίας–, ήταν το γερμανικό. Φτάνουμε έτσι στους δύο παγκόσμιους πολέμους (1914-18, 1939-45), τελευταίο σταθμό του πολιτικού συστήματος των ευρωπαϊκών κρατών, που είχε επικρατήσει με την είσοδο στους νεότερους χρόνους.
Η δύναμη της κυριαρχικής εξουσίας έχει λάβει γιγαντιαίες διαστάσεις και για την εξισορρόπησή της δεν αρκούσαν πια τα ευρωπαϊκά κράτη ή η βρετανική δύναμη των ωκεανών. Στον B’ Παγκόσμιο πόλεμο δύο μεγάλες δυνάμεις –οι Ηνωμένες Πολιτείες και η πρώην Σοβιετική Ένωση– προέβαλαν για να επαναφέρουν σε ισορροπία το ευρωπαϊκό σύστημα. Αλλά το γεγονός αυτό σημείωσε και το τέλος του ίδιου του συστήματος. Η παγκόσμια υπεροχή της Ε. έληξε και μαζί της τερματίστηκαν, κατά ένα μεγάλο μέρος, οι βαθύτερες αιτίες των ευρωπαϊκών αγώνων για την ηγεμονία.
Η πρώτη και σοβαρότερη συνέπεια της δεύτερης παγκόσμιας σύγκρουσης ήταν η διαίρεση της Ε. σε δύο ζώνες επιρροής: την αμερικανική και τη σοβιετική. Ο Ψυχρός Πόλεμος (1946-60) μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων δημιούργησε ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των κρατών της Δύσης και της Ανατολής, τα οποία στο τέλος βρέθηκαν χωρισμένα μεταξύ τους από ένα «παραπέτασμα σιδήρου και σιωπής», σύμφωνα με την περίφημη έκφραση του Τσόρτσιλ. Η κατάσταση δεν μπορούσε όμως να διαρκέσει πολύ και ήδη το 1948 η Γιουγκοσλαβία άνοιξε ένα πέρασμα στο ιδεολογικό μέτωπο μεταξύ των δύο συνασπισμών, παίρνοντας μια θέση μέσα στους ουδέτερους, η οποία απείχε εξίσου από τη Μόσχα και την Ουάσινγκτον. Το 1955 η Αυστρία πέτυχε την αποχώρηση από το έδαφός της των ξένων στρατευμάτων κατοχής με αντάλλαγμα μια επίσημη δήλωση ουδετερότητας. Δημιουργήθηκε έτσι στην καρδιά της Ε. μια αλυσίδα από αδέσμευτα κράτη (Γιουγκοσλαβία, Ελβετία, Αυστρία, Φιλανδία) τα οποία, παίζοντας συχνά τον ρόλο γέφυρας μεταξύ αντίθετων ρευμάτων, ευνόησαν από νωρίς έναν διάλογο –καθαρά οικονομικό– μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η διαδικασία της προσέγγισης δεν ήταν εύκολη και τις περιόδους χαλάρωσης διαδέχονταν επικίνδυνες κρίσεις. Άλλωστε, ακριβώς στο κέντρο της Ε., βρισκόταν μια μεγάλη αφορμή προστριβής μεταξύ των δύο μερών: η διαίρεση της Γερμανίας και προπάντων του Βερολίνου, μία ζώνη του οποίου αποτελούσε ένα δυτικό περικλεισμένο έδαφος (enclave) μέσα στην κομουνιστική Ε. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εξάλλου, θεωρούσε τον εαυτό της ως το μόνο κράτος που εκπροσωπούσε το γερμανικό έθνος (δόγμα Χάλσταϊν) και ως τέτοιο διεκδικούσε τα παλαιά σύνορα με την Πολωνία (Πομερανία, Σιλεσία, ανατολική Πρωσία) και –τουλάχιστον ορισμένοι εθνικιστικοί κύκλοι της– την περιοχή των Σουδητών (Τσεχία). Το γεγονός αυτό εμπόδισε τις σλαβικές χώρες της ανατολικής Ε. –που πάντα διακατέχονταν από φόβο για τον γερμανικό επεκτατισμό– να χαλαρώσουν τις τεταμένες σχέσεις με όλη τη δυτική Ε. και περισσότερο από τη στιγμή που η Δυτική Γερμανία έγινε μέλος του NATO (1955).
Η ανατολική αντίδραση ήταν άμεση· τα κομουνιστικά κράτη σύναψαν στρατιωτικό σύμφωνο, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, όπως ονομάστηκε από την πόλη όπου υπογράφηκε. Το σύμφωνο αυτό έκανε ακόμα βαθύτερη τη διχόνοια που χώριζε την Ε. Ωστόσο οι καιροί ήταν ώριμοι για μια αλλαγή. Το 1960 θεωρείται το όριο του έντονου Ψυχρού Πολέμου μεταξύ της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, ειδικά στην Ε. όπου οι δύο κόσμοι συνόρευαν επίσημα.
Σχεδόν ταυτόχρονα δύο προσωπικότητες ευρωπαϊκής καταγωγής και μόρφωσης ανήλθαν στα ανώτατα αξιώματα των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων: ο Ουκρανός Κρούστσεφ και ο Ιρλανδός Κένεντι. Η συνάντηση αποκάλυψε εκπληκτικά σημεία επαφής μεταξύ των δύο μέχρι τότε αντίθετων παρατάξεων και το επίσημο άνοιγμα του διαλόγου ήταν ευνοϊκό για την Ε.
Στο μεταξύ η Ε. αναπτυσσόταν γοργά σε μεγάλη οικονομική δύναμη. Στη Δύση η λεγόμενη καταναλωτική οικονομία οδηγούσε σε ένα επίπεδο ευημερίας, στην οποία οι ευρωπαϊκοί λαοί δεν είχαν φτάσει ποτέ μέχρι τότε, ενώ σχεδόν όλα τα κράτη της Ανατολής είχαν προχωρήσει με μεγάλα βήματα στην ανάπτυξη της εκβιομηχάνισης. Το εμπόριο είχε αναπτυχθεί· η Ανατολή είχε ανάγκη τα δυτικά προϊόντα, ενώ η Δύση ζητούσε νέες αγορές. Έτσι άρχισε η περίοδος της ειρηνικής συνύπαρξης. Σχεδόν χωρίς να γίνει αντιληπτό, ο απόλυτος τρόπος στην αντιμετώπιση των πραγμάτων άρχισε να εγκαταλείπεται, ενώ γίνονταν ολοένα πυκνότερες οι επαφές μεταξύ των πολιτικών, των επιχειρηματιών και των τεχνοκρατών των δύο παρατάξεων. Αν και δεν υπήρχε καμία επίσημη ιδεολογική παραχώρηση, με την πύκνωση του διαλόγου η ηγεμονική θέση των δύο υπερδυνάμεων φάνηκε να αμβλύνεται, ο εκάστοτε εθνικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό άρχισε να κομματιάζει τον κομουνιστικό συνασπισμό (Ρουμανία, Πολωνία), ενώ η Ευρώπη των πατρίδων, πολιτικό σχέδιο το οποίο για χρόνια υποστήριξε ο πρόεδρος της E’ γαλλικής Δημοκρατίας, Σαρλ Ντε Γκολ, οδήγησε σε κρίση τον πολιτικό συντονισμό της Δύσης. Από την άλλη μεριά, η παρουσία ενός προσώπου δυνατού και αδιάλλακτου, όπως ο στρατηγός Ντε Γκολ, αν δεν ευνόησε ασφαλώς την ευρωπαϊκή λύση των πολλών και πολύπλοκων προβλημάτων των ευρωπαϊκών κοινοτήτων, οδήγησε ωστόσο σε μια βαθύτερη επαφή με τα σοσιαλιστικά κράτη. Τον διάλογο μεταξύ των δύο συνασπισμών ευνόησε αναμφισβήτητα και η πολύπλοκη και επικίνδυνη ασιατική κρίση, που από το 1964 και ύστερα απασχόλησε τη Ρωσία σε έναν σκληρό ιδεολογικό αγώνα με τη Λαϊκή Κίνα και με τη σοβαρή ανάμειξή τους στη βιετναμέζικη σύγκρουση.
Σημαντική προσφορά στον διάλογο μεταξύ δυτικής και ανατολικής Ε. έπαιξε και ένας άλλος πολιτικός, ο Γερμανός καγκελάριος Βίλι Μπραντ. Η εξωτερική πολιτική του (γνωστή ως Οστπολιτίκ, δηλαδή ανοιχτή προς την Ανατολική Ε.) δημιούργησε διαύλους επικοινωνίας μεταξύ της διχοτομημένης Γερμανίας, της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων ανατολικοευρωπαϊκών χωρών. Η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή υποχωρούσε και μια νέα εποχή –η περίοδος της ύφεσης– κυριάρχησε σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Με την άνοδο του Μ. Γκορμπατσόφ στην εξουσία, το 1989, ξεκίνησε μια διαδικασία που θα άφηνε βαθιά τα σημάδια της, κυρίως στην Ευρώπη αλλά και στον κόσμο ολόκληρο. Οι συμφωνίες που υπογράφηκαν μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων (πυρηνικές κεφαλές στην Ευρώπη, συμβατικές δυνάμεις κ.ά.), η ενοποίηση της Γερμανίας, οι αλλαγές των καθεστώτων στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και τελικά η διάσπαση της Σοβιετικής Ένωσης δημιούργησαν ένα εντελώς νέο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό καθεστώς στη Γηραιά Ήπειρο. Μελανό σημείο αποτέλεσαν οι εστίες σύγκρουσης που αναπτύχθηκαν στην πρώην Σοβιετική Ένωση και στην πρώην Γιουγκοσλαβία με την έξαρση του εθνικισμού. Οι χιλιάδες νεκροί στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στην Αρμενία-Αζερμπαϊτζάν, στη Γεωργία, στη Μολδαβία και σε ορισμένες ακόμη μικρές αυτόνομες δημοκρατίες της πρώην ΕΣΣΔ χάραξαν τα νέα σύνορα. Οι πολεμικές συγκρούσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία και οι προσπάθειες ειρήνευσης της EE και του OHE κυριάρχησαν στην Ε. Ο κίνδυνος επέκτασης του πολέμου σε όλα τα Βαλκάνια ήταν ορατός και κανείς δεν ήθελε μία τέτοια εξέλιξη. Οι πολλές ευρωπαϊκές προσπάθειες, αν και δεν απέδωσαν, βοήθησαν σημαντικά την αμερικανική παρέμβαση που οδήγησε στην υπογραφή της συμφωνίας Ντέιτον στις 21 Νοεμβρίου 1995. Δεν είναι τυχαίο ότι η τελική υπογραφή έγινε στο Παρίσι. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των τελευταίων χρόνων είναι η ενίσχυση του ρόλου της ενοποιημένης πια Γερμανίας, η οποία κυριαρχεί τουλάχιστον οικονομικά. Το 1996 ένας μεγάλος Ευρωπαίος, ο Φρανσουά Μιτεράν, πρόεδρος της Γαλλίας από το 1981 έως το 1994, πέθανε, ενώ λίγο πριν από τον θάνατό του, τη θέση του κατέλαβε ο Ζακ Σιράκ. Την περίοδο αυτή τα οξυμένα οικονομικά προβλήματα οδήγησαν σε μεγάλες κινητοποιήσεις στη Γερμανία, στη Γαλλία, ενώ στην Ιταλία η πολιτική κρίση και τα σκάνδαλα συνεχίστηκαν. Στην ανατολική Ευρώπη η προσπάθεια για οικονομική ανάπτυξη συνεχίστηκε χωρίς όμως σοβαρά αποτελέσματα. Ο ρατσισμός αναβίωσε στη Γερμανία αλλά και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ενώ η μαφία δημιούργησε σοβαρά προβλήματα σε πολλές από τις ανατολικοευρωπαϊκές. Η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία ήταν μάλλον το τελευταίο σοβαρό γεγονός με επιπτώσεις στο εσωτερικό της Ε. Με την είσοδο του 21ου αι. τα ευρωπαϊκά κράτη κοίταξαν σχεδόν όλα προς την κατεύθυνση της ενοποίησης της Ε., ενισχύοντας τους θεσμούς και τις σχέσεις που την ενδυνάμωσαν. Έτσι, η EE απέκτησε 15 μέλη ενώ το 2004 με τη διεύρυνση άλλες 10 χώρες της Ε. αναμένεται να ενταχθούν στην ΕΕ. Μια σχετική αναθεώρηση της παραδοσιακής συμμαχίας μεταξύ ΗΠΑ και δυτικής ηπειρωτικής Ε., με παράλληλη ενίσχυση του γαλλογερμανικού άξονα, διαμορφώνουν νέες ισορροπίες στον αιώνα που διανύουμε.
Ευρωπαϊκός πολιτισμός
Με τον όρο ευρωπαϊκός πολιτισμός εννοούμε το σύνολο των κοινών στοιχείων που υπάρχουν στους διάφορους εθνικούς πολιτισμούς των χωρών οι οποίες περιλαμβάνονται μεταξύ του Ατλαντικού ωκεανού στα Δ και των Ουραλίων στα Α, του Αρκτικού ωκεανού στα Β και της Μεσογείου στα Ν. Δεν μπορούμε φυσικά να κάνουμε λόγο για ευρωπαϊκό πολιτισμό, σε ό,τι αφορά τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν μέσα στα ίδια αυτά γεωγραφικά πλαίσια κατά την αρχαιότητα, γιατί τότε δεν υπήρχε καμία πολιτιστική ομοιογένεια μεταξύ των μεσογειακών λαών και των λαών της βορειοκεντρικής Ε.· αντίθετα ήταν στενή η συγγένεια μεταξύ των διαφόρων άλλων πολιτισμών και υπήρχε η δυνατότητα αμοιβαίων ανταλλαγών και επιδράσεων μεταξύ λαών των ευρωπαϊκών ακτών της Μεσογείου και των μεσογειακών ζωνών της Αφρικής και της Ασίας. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, ή τουλάχιστον η δυνατότητα ενός ευρωπαϊκού πολιτισμού, τοποθετείται χρονικά με σημείο έναρξης το διάστημα μεταξύ 3ου και 5ου αι. μ.Χ., όταν οι λαοί της κεντρικής και της βόρειας Ε. άρχισαν να αποκτούν έναν δικό τους πολιτισμό, ο οποίος στάθηκε η αρχή ενός νέου και διαφορετικού πολιτισμού, όχι πια μεσογειακού αλλά ευρωπαϊκού. Ο πολιτισμός αυτός, από τη μία μεριά έτεινε να επεκταθεί με μια σχετική ομοιογένεια σε όλο τον γεωγραφικό χώρο της Ε., και από την άλλη να περιοριστεί στον χώρο αυτό, αποσυρόμενος από τις αφρικανικές και ασιατικές ακτές της Μεσογείου, όπου και θα ωρίμαζε ένας διαφορετικός πολιτισμός, προορισμένος να βρει την ιδανική του έκφραση στον ισλαμισμό. Με τη μεγάλη μετανάστευση, ένα μέρος από τους πρωτόγονους λαούς της βορειοκεντρικής Ε. εγκαταστάθηκε στην περιοχή όπου επικρατούσε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός. Οι λαοί αυτοί αφομοιώνοντας, μεταβάλλοντας και ταυτόχρονα διαδίδοντας ό,τι είχε μείνει από εκείνο τον πολιτισμό, στάθηκαν ένας από τους συντελεστές που διαμόρφωσαν μια νέα Ε. από πολιτιστική άποψη, Ε. διαφορετική από την ελληνορωμαϊκή, της οποίας αργότερα θα διεκδικούσαν την κληρονομιά. Ο συντελεστής όμως αυτός δεν θα μπορούσε να παίξει αυτό τον ρόλο χωρίς την ενοποιητική μεσολάβηση του χριστιανισμού. Έχοντας γεννηθεί στην Παλαιστίνη, ο χριστιανισμός βρήκε από την αρχή στις ανατολικές και δυτικές χώρες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας γόνιμο και κατάλληλο έδαφος για την οργάνωση και τη γρήγορη διάδοσή του· αυτό σήμαινε και οργάνωση θεσμών με πρότυπο την υστερορωμαϊκή Ε., και διάδοση ενός πολιτισμού, ο οποίος, έχοντας αφομοιώσει γρήγορα τον ελληνορωμαϊκό και με εβραϊκά στοιχεία, μπόρεσε να επιβληθεί –αφού ήταν ο πιο προηγμένος– στους πρωτόγονους πολιτισμούς των λαών της βορειοκεντρικής Ε. Μόνο με τη μεσολάβηση του χριστιανισμού (που έκλεινε μέσα του την ελληνο-ρωμαιο-εβραϊκή σύνθεση του μεσογειακού πολιτισμού) οι πρωτόγονοι αυτοί πολιτισμοί μπόρεσαν να αναπτυχθούν και να αποκτήσουν έναν δικό τους πρωτότυπο χαρακτήρα, που ωστόσο, πάντα, προϋπέθετε τις χριστιανικές ρίζες.
Μεσαιωνική Ευρώπη. Η πρώτη εκδήλωση ενός νέου πολιτισμού, που θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί ως ευρωπαϊκός, συμπίπτει με τη βασιλεία του Oστρογότθου Θεοδώριχου (493-526), που είχε πρωτεύουσα του κράτους του τη Ραβένα. Όπως προκύπτει από τα κρατικά έγγραφα και τις επιστολές που συνέταξε στο όνομά του ο Κασσιόδωρος (Variae), ο Θεοδώριχος οργάνωσε με τρόπο πραγματικά αξιόλογο την πολιτιστική ζωή του κράτους του. Βασική αρχή της πολιτιστικής δράσης του μπορεί να θεωρηθεί εκείνη που διατύπωσε σχετικά με την οικιστική και την αρχιτεκτονική, αλλά η οποία ισχύει για όλα τα πεδία του επιστητού, δηλαδή «να κατασκευάζονται νέα πράγματα, αλλά, ακόμα περισσότερο, να διατηρούνται τα παλιά». Με τον Κασσιόδωρο και τον Βοήθιο μπορεί να θεωρηθεί ότι αρχίζει η μεσαιωνική λατινική φιλολογία με υπερεθνικό χαρακτήρα μέχρι τη γένεση των εθνικών λογοτεχνιών, δηλαδή των ρομανικών, γερμανικών, αγγλοσαξονικών.
Η Ραβένα, πρωτεύουσα στο παρελθόν του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, σε αδιάκοπη επικοινωνία με το Βυζάντιο –και συνεπώς με τη βυζαντινή τέχνη και γενικά με τον εκχριστιανισμένο ελληνιστικό πολιτισμό που επικρατούσε στην ανατολική Ε., ενώ παράλληλα ήταν κέντρο, αργότερα, του βασιλείου των Γότθων που ενώθηκε παροδικά με τον γάμο μιας κόρης του Οστρογότθου Θεοδώριχου με τον Βησιγότθο βασιλιά Αλάριχο B’– μπορεί να θεωρηθεί το λίκνο του νέου ευρωπαϊκού πολιτισμού και για τις πρώτες δεκαετίες μετά τη βυζαντινή της κατάκτηση (540).
Άλλο σημαντικό γεγονός για τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ήταν η προσέλκυση στον καθολικισμό του Βησιγότθου βασιλιά Ρεκαρέδου, η οποία είχε ως συνέπεια τη συμφιλίωση των Γότθων με τους Λατίνους και την οριστική εγκατάσταση των Γότθων, οι οποίοι είχαν πλέον εκλατινιστεί, στον ισπανικό χώρο. Με την πολιτική και πολιτιστική ενότητα των Βησιγότθων της Ισπανίας η λατινική μεσαιωνική παιδεία έφτασε στη μεγαλύτερή της άνθηση με το έργο του επισκόπου της Σεβίλης, Ισίδωρου (570;-636). Σε αυτόν οφείλεται η πρώτη εγκυκλοπαίδεια των μεσαιωνικών γνώσεων (Etymologiae), η οποία συγκεντρώνει και την επιστημονική κληρονομιά που επέζησε από το ναυάγιο του αρχαίου κόσμου. Η ανάπτυξη εξάλλου σχολείων και βιβλιοθηκών στη βησιγοτθική Ισπανία ήταν μία ακόμα ένδειξη της παρουσίας ενός ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος θα διαδιδόταν γρήγορα στην υπόλοιπη Ε., όπου τη διδασκαλία του Ισίδωρου της Σεβίλης θα συνέχιζαν οι λόγιοι όλων των εθνών μέχρι τον Βενσάν, επίσκοπο του Μποβέ, ο οποίος στο έργο του Speculum maius μετέφερε ατόφια αποσπάσματα από τις Etymologiae.
Στο δεύτερο μισό του 7ου αι. γεννήθηκε στη φραγκική αυλή των Μεροβίγγειων βασιλιάδων η λατινική λυρική ποίηση του Μεσαίωνα, της οποίας πρώτος μεγάλος δημιουργός στάθηκε ο Φορτουνάτο.
Ένα άλλο κέντρο, όπου άνθησε η ποίηση και η ζωγραφική –και αργότερα με τον Εριγένη (9ος αι.) και η φιλοσοφία– στην πρώτη περίοδο της μεσαιωνικής Ε. ήταν η Ιρλανδία, η επίδραση της οποίας από το τέλος του 6ου αι. έγινε αισθητή στην ίδια τη μεροβιγγειανή Γαλλία. Η Ιρλανδία, χάρη στην ιδιότυπη γεωγραφική της θέση, κατάφερε να διατηρήσει τον κελτοδρυϊδικό πολιτισμό (τον οποίο η ρωμαϊκή κατάκτηση και ο εκλατινισμός της χώρας έσβησαν στη Γαλλία) και να μείνει πιστή στην κελτική ειδωλολατρία, καλλιεργώντας και την κελτική τέχνη με τον γεωμετρικό χαρακτήρα, την οποία στη Γαλλία είχε διαδεχτεί ο ρωμαϊκός νατουραλισμός.
Ύστερα από τον πλήρη εκχριστιανισμό της, τον οποίο πραγματοποίησαν τον 5o αι. Γάλλοι ιεραπόστολοι και κυρίως ο άγιος Πατρίκιος, η Ιρλανδία ανέπτυξε έναν πρωτότυπο πολιτισμό, στον οποίο η κληρονομιά του αρχαίου κόσμου, που έφτασε μόνο διά του χριστιανισμού, ενώθηκε με τον τοπικό πολιτισμό, που είχε κελτικές ρίζες. Κέντρο του πολιτισμού αυτού ήταν τα πολυάριθμα μοναστήρια, κατευθείαν απόγονοι των δρυϊδικών κοινοτήτων, όπου καλλιεργήθηκε η ζωγραφική (η τέχνη της μικρογραφίας), η γλυπτική, με τους μεγάλους χαρακτηριστικούς σταυρούς, τους λεγόμενους κελτικούς σταυρούς, και η θρησκευτική και κοσμική ποίηση. Από τα μοναστήρια, τα κέντρα αυτά του πολιτισμού, ξεκίνησε το έργο του εκχριστιανισμού της αγγλοσαξονικής Βρετανίας. Οι πρώτες ιεραποστολές ήταν του αγίου Κολόμβου –ο οποίος εκχριστιάνισε σχεδόν όλη τη Σκοτία και του οποίου το αποστολικό έργο συνέχισαν στη Βρετανία οι διάδοχοί του– και του Ιρλανδού μοναχού αγίου Κολουμβανού. Με τις περιοδείες του αγίου Κολουμβανού και των οπαδών του, ο ιρλανδικός πολιτισμός διαδόθηκε στην ηπειρωτική Ε., όπου άσκησε ισχυρή επίδραση προπάντων στην ποίηση και στη μικρογραφία.
Στη Ρώμη, στο τέλος του 6ου και στις αρχές του 7ου αι. ο πάπας Γρηγόριος ο Μέγας ανέλαβε την αναδιοργάνωση της Εκκλησίας και την ευρύτερη προβολή του γοήτρου της, σύμφωνα με το πνεύμα της κλασικής παράδοσης, και έστειλε και αυτός ιεραπόστολους (τον Αυγουστίνο του Καντέρμπουρι, 596) για να διαδώσουν τον χριστιανισμό στη νότια Αγγλία. Με την αναδιοργάνωση της Schola cantorum της Ρώμης (που την ακολούθησαν οι σχολές του Μετς και του Ζανκτ Γκάλεν) ο Γρηγόριος ο Μέγας συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάπτυξη της μουσικής και έδωσε το όνομά του στη μονωδική φωνητική μουσική (το γρηγοριανό μέλος), η οποία διαδόθηκε σε όλη τη Δυτ. Καθολική Εκκλησία. Στην ίδια περίοδο, αξιομνημόνευτη είναι και η συμβολή του Άγγλου ιστοριογράφου Μπέντα, συγγραφέα επιστημονικών έργων, στα οποία προσπάθησε να διασώσει ό,τι σωζόταν ακόμα από τον πνευματικό θησαυρό των αρχαίων.
Το τάγμα των βενεδικτίνων μοναχών, το οποίο ίδρυσε ο άγιος Βενέδικτος το 534, ήταν για μερικούς αιώνες η μόνη αξιόλογη πνευματική εστία· μόνο με τον Καρλομάγνο η καλλιέργεια των γραμμάτων και της τέχνης βγήκε από το στενό περιβάλλον των μοναστηριών και διαδόθηκε ευρύτερα. Συνεχίζοντας το παράδειγμα του Θεοδώριχου, ο Καρλομάγνος επεδίωξε την ενοποίηση των διαφόρων πολιτιστικών ρευμάτων της Ε. με βάση το κλασικό χριστιανικό πνεύμα που έδωσε στον καθολικισμό ο Γρηγόριος ο Μέγας, ενώ ταυτόχρονα δέχτηκε και βυζαντινά πολιτιστικά στοιχεία, όπως φαίνεται και από το ανακτορικό παρεκκλήσι του Ακυϊσγράνου (Άαχεv, Εξ-λα-Σαπέλ) που χτίστηκε με πρότυπο τον Άγιο Βιτάλιο της Ραβένα. Στην αυλή του Καρόλου του Μεγάλου συγκεντρώθηκαν σοφοί από όλες τις χώρες· από την Αγγλία ο Αλκουίνος, από τη Γαλλία ο Ανζιλμπέρ, από τη Γερμανία ο Φράγκος Έγκινχαρντ, βιογράφος του αυτοκράτορα, από την Ιταλία ο Παύλος Διάκονος, από την Ιρλανδία ο γραμματικός Κλήμης. Ο Αλκουίνος οργάνωσε την πρώτη μη εκκλησιαστική σχολή, την Ανακτορική Σχολή, για τη μόρφωση των πριγκίπων και των ανώτερων κρατικών υπαλλήλων. Η σχολή αυτή –η οποία είχε τμήματα γραμματικής, ρητορικής, διαλεκτικής, μουσικής, αριθμητικής, γεωμετρίας, αστρονομίας– χρησίμευσε ως πρότυπο σε όλες τις μεταγενέστερες μεσαιωνικές σχολές.
Η πνευματική και καλλιτεχνική ανάπτυξη της εποχής των Καρολιδών μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευρωπαϊκή τόσο για τον τρόπο που οργανώθηκε (με τη συμβολή όλων των ρευμάτων που είχαν προηγηθεί) όσο και για την ομοιόμορφη διάδοσή της σε όλα τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Ο πολιτισμός αυτός επέζησε μετά τον θάνατο του Καρόλου του Μεγάλου (814) και μια νέα γενιά σοφών διαδέχτηκε εκείνους που είχαν συγκεντρωθεί στην αυλή του αυτοκράτορα· από τους πιο αξιόλογους ήταν οι Γερμανοί Ραμπάνους Μάουρους και Βαλαφρίντ Στράμπο, Ιρλανδός στην καταγωγή, ο Ιωάννης Σκότος Εριγένης, ο οποίος έζησε στην αυλή του Καρόλου του Φαλακρού και εγκαινίασε με τα έργα του την πρώτη φάση, νεοπλατωνικής έμπνευσης, της σχολαστικής φιλοσοφίας.
Κατά τον 9o αι., στο πολιτιστικό περιβάλλον των Καρολιδών οι νέες λαϊκές γλώσσες άρχισαν να χρησιμοποιούνται στον πολιτιστικό χώρο. Το 813 η σύνοδος της Τουρ όρισε στους κληρικούς να κηρύσσουν στη γλώσσα που μιλούσαν στα λεκανοπέδια του Σηκουάνα, του Λίγηρα, του Σον και του Ροδανού(in rusticam linguam) και στη γλώσσα που μιλούσαν στις βορειοδυτικές χώρες της αυτοκρατορίας των Καρολιδών (aut theotiscam). Το 842, με τη διαίρεση της αυτοκρατορίας των Καρολιδών, ο Κάρολος ο Φαλακρός και ο Λουδοβίκος ο Γερμανικός έδωσαν αμοιβαίο όρκο στο Στρασβούργο, στη γαλλική και στη γερμανική γλώσσα. Η γέννηση των δύο αυτών γλωσσών συμπίπτει με τη διάσπαση της ενότητας της αυτοκρατορίας του Καρόλου. Ωστόσο, από τον 9o έως τον 11o αι. λόγια γλώσσα όλων των ευρωπαϊκών χωρών έμεινε η λατινική και στα πλαίσιά της ωρίμασαν οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ορισμένων λογοτεχνικών ειδών, τα οποία γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση στους επόμενους αιώνες. Από το De universo του Ραμπάνους Μάουρους (844) προήλθαν, για παράδειγμα, οι ανθολογίες με εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα, ενώ οι πρώτοι τρόποι του αβαείου του Ζανκτ Γκάλεν προοιώνισαν το λειτουργικό δράμα. Η γέννηση της γερμανικής λογοτεχνίας πρέπει να τοποθετηθεί στα πλαίσια των πνευματικών επιτευγμάτων της εποχής των Καρολιδών. Από την παλαιά γερμανική παράδοση σώθηκε σε χειρόγραφο του 8ου-9ου αι. το Άσμα του Χιλδεβράνδου. Στην Ιβηρική χερσόνησο η εθνική γλώσσα εξακολούθησε να είναι χωρισμένη σε έξι διαλέκτους. Στο τέλος του 10ου αι. άρχισε να διαδίδεται περισσότερο η καστιλιάνικη διάλεκτος. Στην Αγγλία, στο τέλος του 8ου αι. είχαν αρχίσει οι επιδρομές των Βίκινγκς από τη Δανία. Το έπος Μπέογουλφ (Beowulf) –το σπουδαιότερο μνημείο σε αγγλοσαξονική γλώσσα– περιγράφει τα κατορθώματα του Δανού ήρωα Μπέογουλφ. Εξάλλου στην ηπειρωτική Ε. τα λατινικά επικράτησαν ακόμα στο δεύτερο μισό του 10ου αι., στην εποχή δηλαδή που ονομάζεται οθωνική, από το όνομα των Οθώνων, των τριών αυτοκρατόρων της σαξονικής δυναστείας, κατά την ηγεμονία των οποίων έγινε η λεγόμενη renovatio Imperii (ανανέωση της Αυτοκρατορίας). Μια απόπειρα αποκατάστασης της ενότητας της εποχής των Καρολιδών, με τον γάμο του Όθωνα B’ και της βυζαντινής πριγκίπισσας Θεοφανούς (972), φάνηκε πως θα κατέληγε στην πλήρη ένωση της Δύσης με την Ανατολική Αυτοκρατορία. Ο ίδιος ο Όθων Γ’ θέλησε να στεφθεί αυτοκράτορας στη Ρώμη (996), έχτισε εκεί ένα ανάκτορο στον Αβεντίνο λόφο και το ιδανικό του ήταν να κάνει τη Ρώμη κέντρο της πολιτικής και της πολιτιστικής ζωής της Ε. Κέντρα ακτινοβολίας, εκτός από την ίδια την αυτοκρατορική αυλή, ήταν τα μοναστήρια και οι επισκοπές γύρω από τις οποίες είχαν αρχίσει να παίρνουν ζωή οι πόλεις. Από το τάγμα των βενεδικτίνων προήλθε στη Γαλλία το μεταρρυθμιστικό τάγμα του Κλινί. Ακόμα, σε όλη την Ε. βρίσκονταν αβαεία αυγουστινιανών μοναχών, που ήταν και αυτά αξιόλογα πνευματικά κέντρα. Στις μεγάλες επισκοπικές περιφέρειες οι κληρικοί άρχισαν να προωθούν την ίδρυση επισκοπικών σχολών που προορίζονταν για τη μόρφωση του κλήρου. Περίφημη, μεταξύ αυτών, ήταν η επισκοπική σχολή της Σαρτρ (τέλη 10ου αι.), ένα από τα κατοπινά κέντρα της μεσαιωνικής νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και της διάδοσης στην Ε. της αραβικής επιστημονικής σκέψης. Στην πρόοδο της ευρωπαϊκής επιστημονικής σκέψης συνετέλεσε αποφασιστικά ο Γέρβερτος, επίσκοπος στη Ραβένα, και ύστερα ο πάπας με το όνομα Σίλβεστρος B’, ο οποίος είχε αποκτήσει τη φήμη μάγου εξαιτίας ακριβώς των πολλών επιστημονικών του γνώσεων. Είχε δεθεί πολύ στενά με την οθωνική πολιτική και με το πολιτικό και πολιτιστικό πρόγραμμα του Όθωνα Γ’, ο οποίος ονειρευόταν να ξαναφέρει στην παλαιά της δόξα τη ρωμαϊκή παράδοση και ταυτόχρονα ήταν πολύ κοντά στη γαλλική μοναρχία του Ούγου Καπέτου· ο πάπας Σίλβεστρος B’ είναι ο ποντίφικας της renovatio Imperii.
Από τον 4o έως τον 11ο αι. η ευρωπαϊκή τέχνη χαρακτηρίστηκε από το πνεύμα της συγχώνευσης των βαρβαρικών στοιχείων με την υστερορωμαϊκή παράδοση. Η τέχνη της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η τέχνη της Ραβένα, η αναγέννηση την εποχή του Καρόλου του Μεγάλου, η βαρβαρική χρυσοχοϊκή, η ιρλανδική και η οθωνική μικρογραφία, αποτέλεσαν τις χαρακτηριστικές στιγμές αυτής της διαλεκτικής. Η τελευταία καταβολάδα της υστερορωμαϊκής τέχνης απομονώθηκε σιγά-σιγά στη βυζαντινή παράδοση και πέρασε, κατά κάποιον τρόπο, στο περιθώριο –αν και κάθε άλλο παρά αποξενώθηκε– του καλλιτεχνικού πεδίου, όπου αναπτύχθηκε η καθαρά ευρωπαϊκή τέχνη.
Από τον 11o αι. οι νέες μορφές που προέκυψαν από τη συμβίωση της αυστηρής αίσθησης της γραμμής –που είχε βαρβαρική προέλευση– και της αίσθησης των χρωμάτων –της οποίας η προέλευση υπήρξε ανατολική– εμφανίστηκαν ιδιαίτερα σε μια ζώνη που περιλάμβανε τη βόρεια Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τα βρετανικά νησιά και τη Σκανδιναβική χερσόνησο, ενώ στην κεντρική και νότια Ιταλία και στην περιοχή της Βενετίας (Βένετο) διατηρήθηκε πιο επίμονα η βυζαντινή επίδραση, και στο νοτιότερο σημείο της Ιταλικής χερσονήσου, στη Σικελία και στην Ισπανία, διαπιστώνεται η συγχώνευση βυζαντινών στοιχείων με ισχυρές ισλαμικές επιδράσεις. Οι μορφές της ρομανικής τέχνης αποτέλεσαν ένα ενοποιητικό στοιχείο του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, που διαδόθηκε γρήγορα (παράλληλα με τις πνευματικές εκδηλώσεις) από τα σπουδαιότερα κέντρα σε όλη την ήπειρο, ακολουθώντας τους δρόμους του εμπορίου και των προσκυνητών, χάρη στους βιοτέχνες, που ταξίδευαν από τόπο σε τόπο –όπως οι Ιταλοί πρωτομάστορες Koματσίνι– ή στα μοναχικά τάγματα, όπως για παράδειγμα των κιστερκιανών. Τα πρώτα ρομανικά κτίσματα (η εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ στο Χίλντεσχαϊμ, περ. 1010· του Αγίου Σερνέν στην Τουλούζ, περ. 1080· του Αγίου Αμβροσίου του Μιλάνου, περ. 1090) αποτέλεσαν τα πρότυπα σχεδόν όλων των ιερών κτισμάτων της ηπειρωτικής Ε. Οι μεγάλοι καθεδρικοί ναοί έγιναν το πολιτικοθρησκευτικό κέντρο στις πόλεις που συνεχώς αναπτύσσονταν, ενώ η γλυπτική της Ακουιτανίας και της Προβηγκίας άσκησε έντονη επίδραση στη βόρεια Ιταλία αλλά και στον νότο, όπως επίσης στην Ισπανία, στη Βουργουνδία, στη Γερμανία και αλλού.
Σε αυτή την εποχή έχει τις ρίζες της η νέα αναγνώριση της αξίας της τεχνικής και η πρώτη βαθύτερη γνωριμία με τον αραβικό πολιτισμό, μέσα από τον οποίο ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ανακάλυψε πάλι και έκανε κτήμα του την αρχαία ελληνική επιστήμη.
Άλλο σημαντικό γεγονός για την ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού ήταν ο εκχριστιανισμός της Ρωσίας, που έγινε περίπου τον 10ο αι. από βυζαντινούς ιεραποστόλους και εισήγαγε τη χώρα στη βυζαντινή πολιτιστική επιρροή. Έτσι, η κληρονομιά του ελληνικού πολιτισμού έφτασε στη Ρωσία. Με βάση το ελληνικό αλφάβητο δημιουργήθηκε το ρωσικό και βυζαντινά πρότυπα χρησιμοποιήθηκαν στη σύνταξη των συναξαρίων και των χρονογραφιών. Την ίδια διαδικασία ακολούθησε ο εκπολιτισμός της Γεωργίας και της Αρμενίας, που από νωρίς ανέπτυξαν αξιόλογη θρησκευτική αρχιτεκτονική, όπως επίσης οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι. Άλλοι σλαβικοί λαοί, όπως οι Κροάτες, οι Σλοβένοι, οι Τσέχοι, οι Πολωνοί, εκχριστιανίστηκαν την ίδια εποχή από καθολικούς ιεραποστόλους και έτσι ο δεσμός τους με τη χριστιανική Δύση βασίστηκε στον καθολικισμό και, επομένως, στη λατινική γλώσσα και στον λατινικό πολιτισμό.
Κατά τον 11o, 12o και 13o αι. το πιο σημαντικό γεγονός στην πολιτιστική ιστορία της Ε. υπήρξε η ίδρυση των πανεπιστημίων. Το αρχαιότερο θεωρείται το πανεπιστήμιο του Σαλέρνο για το οποίο υπάρχουν πληροφορίες ήδη από τον 9o αι. Στο τέλος του 11ου αι. το Σαλέρνο ήταν το σπουδαιότερο κέντρο ιατρικών σπουδών και δίδασκαν εκεί Άραβες και Εβραίοι καθηγητές. Οι νομικές σπουδές άνθησαν κυρίως στην Παβία και στη Ραβένα· τελικά όμως το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό κέντρο νομικών σπουδών έγινε η Μπολόνια, ακόμα και πριν αναγνωριστεί επίσημα η υπεροχή της στον τομέα αυτόν, όταν δίδασκε εκεί ο Ιρνέριος, στο πρώτο μισό του 12ου αι. Σύγχρονο σχεδόν με το πανεπιστήμιο της Μπολόνια ήταν το πανεπιστήμιο του Παρισιού, όπου άνθησαν ιδιαίτερα οι θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές. Με τα πανεπιστήμια άρχισε και η ανάπτυξη της κοσμικής και αστικής παιδείας, και ο πολλαπλασιασμός τους προκάλεσε τη μετακίνηση σπουδαστών και καθηγητών από τη μία πόλη στην άλλη και από τη μία χώρα στην άλλη. Στα μεγάλα πανεπιστημιακά κέντρα δημιουργήθηκαν σωματεία τα οποία συγκέντρωναν τους σπουδαστές της ίδιας εθνικότητας ή της ίδιας περιοχής. Η ίδρυση του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, στα μέσα του 12ου αι., πιθανόν από καθηγητές που προέρχονταν από το Παρίσι, υπήρξε από τα γεγονότα που επανασύνδεσαν τις σχέσεις μεταξύ Αγγλίας και ηπειρωτικής Ε.· η επανασύνδεση αυτή άρχισε τον 11o αι. με την κατάκτηση των Νορμανδών, οι οποίοι, αφού κατέλαβαν και την Απουλία, την Καλαβρία και ύστερα τη Σικελία, άσκησαν μια φωτισμένη και ανεξίθρησκη πολιτική, διατηρώντας ζωντανούς και τους πνευματικούς δεσμούς με τη Γαλλία, το Βυζάντιο, τον παπισμό και την αυτοκρατορία.
Στις αρχές του 12ου αι. μπορεί να τοποθετηθεί η εμφάνιση των εθνικών λογοτεχνιών και η διαφοροποίηση των εθνικών πολιτισμών. Οι πρώτες λογοτεχνικές εκδηλώσεις σε εθνικές γλώσσες, που διαδόθηκαν σε όλη την Ε., ήταν αυτές του ιπποτικού πολιτισμού. Ξεχώρισαν η λυρική ποίηση της Προβηγκίας, το φραγκοχριστιανικό έπος Chansons de gestes, η περιπετειώδης μυθιστορία του κύκλου του βασιλιά Αρθούρου. Στα ιταλικά πανεπιστήμια ανθούσε η μελέτη του δικαίου, που την ευνοούσαν τόσο η έριδα της περιβολής όσο και η αυτονομιστική πολιτική των Κοινοτήτων. Η φιλοσοφία είχε τα κέντρα ακτινοβολίας της στην επισκοπική σχολή της Σαρτρ, στο αβαείο του Σεν Βικτόρ, κοντά στο Παρίσι, στην Αγγλία, στην Ιβηρική χερσόνησο· στα κέντρα αυτά συγκεντρώνονταν σοφοί από όλη την Ε., όπως ο Άνσελμος της Αόστης (1033-1109), ο οποίος δίδαξε στο αβαείο του Μπεκ (Νορμανδία) και έγινε αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι, και ο Γερμανός Ούγκο φον Μπλάνκενμπουργκ (1096-1141), πιο γνωστός ως Ούγος του Αγίου Βίκτορα· στη σχολή μεταφραστών του Τολέδο (1125) σπούδαζαν ελληνική και αραβική φιλοσοφία και επιστήμη, οι οποίες διαδόθηκαν σε όλη την Ε. Στο μοναστηριακό περιβάλλον της Γαλλίας εμφανίστηκαν τον 12o αι. τα δύο μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα του μυστικισμού και του ορθολογισμού, που ήρθαν αντιμέτωπα στη διαμάχη μεταξύ του αγίου Βερνάρδου του Κλερβό και του Αβελάρδου.
Τη γέννηση και διάδοση των λαϊκών λογοτεχνιών συνόδευσε η εξέλιξη της μουσικής. Δεμένη με τον λόγο, η μουσική ακολούθησε από πολύ κοντά τη διαμόρφωση και την ανάπτυξη των εθνικών γλωσσών και έγινε αξιόλογος συντελεστής του νεότερου πολιτισμού. Μεταφέροντας τη μελωδία της λειτουργίας στο λογοτεχνικό πεδίο και στην κοσμική μουσική, με τη βαθμιαία διάσπαση της λατινικής στις διάφορες εθνικές γλώσσες, η μουσική βρήκε αναλογίες γλώσσας και μορφής στην ερωτική ποίηση, που έχει διαδοθεί σε όλες τις χώρες της Ε. Στην Ιταλία και στην Ισπανία, όπου δημιουργήθηκαν τα μεγάλα θρησκευτικά κινήματα, άνθησαν οι θρησκευτικοί ύμνοι στους οποίους το γρηγοριανό μέλος προσέφερε μια μελωδική γραμμή απλούστερη και πιο συγχρονισμένη, ενώ ταυτόχρονα δέχτηκε και διάφορα στοιχεία κοσμικής μουσικής.
Στο κίνημα της διαμόρφωσης των εθνικών λογοτεχνιών διακρίθηκε και η Ρωσία. Στον 12o αι. ανήκει το Τραγούδι του στρατού του Ιγκόρ, το πρώτο μεγάλο ποιητικό έργο της Ρωσίας, που μαρτυρεί έναν πολιτισμό του οποίου οι αξίες δεν ήταν πολύ διαφορετικές από εκείνες της ευρωπαϊκής Δύσης. Η θρησκευτική ενότητα της Ε. διασπάστηκε πάντως στα μέσα του 11ου αι. με το οριστικό σχίσμα της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας.
Το πιο αξιόλογο παράδειγμα συνύπαρξης χριστιανοαραβικού πολιτισμού το παρέχει το βασίλειο της Σικελίας, όπου οι Νορμανδοί ηγεμόνες του οίκου της Αλταβίλα υιοθέτησαν απέναντι στους Άραβες και στις εβραϊκές κοινότητες την ίδια φιλελεύθερη στάση που είχαν υιοθετήσει παλαιότερα οι Άραβες με τους χριστιανούς και τους Ισραηλίτες. Δεμένη, εξαιτίας της προέλευσης των ηγεμόνων και των στρατιωτικών της αρχηγών, με τη Γαλλία και την Αγγλία, σε αδιάκοπη επαφή, για λόγους κυρίως εμπορικούς, με τον βυζαντινό κόσμο, και, τέλος, έχοντας το πλεονέκτημα της παρουσίας των Αράβων και των Εβραίων που εξακολουθούσαν να καλλιεργούν τη φιλοσοφία και τις επιστήμες, η νορμανδική Σικελία ήταν ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα ευρωπαϊκού πολιτισμού. Το νησί αυτό πήρε ηγετική πολιτική και πολιτιστική θέση όταν η κληρονομιά των Νορμανδών πέρασε στον Γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B’ (13ος αι.), γιο του Ερρίκου ΣΤ’ και της Κοστάντσα ντ’ Αλταβίλα, ο οποίος ένωσε έτσι την εξουσία του βασιλείου της Σικελίας και το αξίωμα του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο Φρειδερίκος B’ επιχείρησε να συνεχίσει το οικουμενικό πρόγραμμα της οθωνικής δυναστείας. Ήταν άνθρωπος καλλιεργημένος, συγγραφέας και ποιητής ο ίδιος, προικισμένος με ισχυρότατα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα· συγκέντρωνε το πνεύμα της υστερομεσαιωνικής Ε. με όλες τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις του· και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο έπαιξε τόσο ξεχωριστό ρόλο στην ανάπτυξη των πολιτιστικών εκδηλώσεων της εποχής του. Στην αυλή του άνθησε για πρώτη φορά η ιταλική ποίηση και σε αυτόν οφείλεται η ίδρυση του πανεπιστημίου της Νάπολης.
Ήδη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Φρειδερίκου B’, και ακόμα περισσότερο κατά το δεύτερο μισό του 13ου αι., η πολιτιστική ζωή της Ε. είχε πολυκεντρικό χαρακτήρα, ενώ οι ιδέες και οι προτιμήσεις της εποχής είχαν διαδοθεί με ταχύτατο ρυθμό. Εξαιρετική δραστηριότητα σε αυτή την πολιτιστική κίνηση ανέπτυξαν τα δύο μοναχικά τάγματα των Δομινικανών και των Φραγκισκανών. Αν και το πανεπιστήμιο του Παρισιού διατηρούσε τη δική του σημασία, κατά τον 13o αι. ανέβηκαν στο πρώτο επίπεδο τα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και της Κολονίας. Στην Οξφόρδη καλλιεργήθηκαν οι φυσικές και οι μαθηματικές επιστήμες, στην εξέλιξη των οποίων συνέτεινε ο Βάκων (Ρότζερ Μπέικον). Στο πνευματικό περιβάλλον των Άγγλων φραγκισκανών αναπτύχθηκε με τον Γουλιέλμο του Όκαμ η ονοματοκρατική φιλοσοφία η οποία ήταν αντίθετη στην πλατωνική παράδοση. Στη διάλυση του μεσαιωνικού πλατωνισμού έπαιξε ρόλο η επικράτηση, χάρη στους Άραβες, της αριστοτελικής σκέψης, κυρίως στο περιβάλλον των δομινικανών (Αλβέρτος ο Μέγας, Θωμάς ο Ακινάτης), ενώ ο μεγαλύτερος φραγκισκανός φιλόσοφος ήταν ο άγιος Μποναβεντούρα.
Στον πολυκεντρισμό της φιλοσοφίας και της επιστήμης αντιστοιχεί, κατά τον 13o αι., η μεγάλη άνθηση των εθνικών λογοτεχνιών. Αν και στην αρχή κυριαρχούσε σε όλη την Ε. η γαλλική επίδραση, οι διάφορες εθνικές λογοτεχνίες απέκτησαν σύντομα αυτονομία και αναπτύχθηκαν. Στην Ιταλία η εξέλιξη της ποίησης έφτασε στο απόγειό της στις αρχές του 14ου αι. με τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, γιγαντιαία ποιητική έκφραση όλου του μεσαιωνικού πολιτισμού. Στη Γερμανία η ιπποτική ποίηση (Minnesang) άρχισε να αποκτά πρωτοτυπία κυρίως με τον Βάλτερ φον ντερ Φογκελβάιντε, ενώ η γερμανική γλώσσα από το δεύτερο μισό του 13ου αι. άρχισε να χρησιμοποιείται τόσο στα δικαστήρια όσο και στη διοίκηση. Στην Ισπανία, όπου συνεχιζόταν η γαλλική επίδραση, ιδρύθηκαν το 1208, τα πανεπιστήμια της Βαλένθια και της Σαλαμάνκα. Ο Αλφόνσος A’ ο Σοφός (1221–1284) συγκέντρωσε στην αυλή του νομικούς, επιστήμονες, ιστοριογράφους, ζωγράφους, μουσικούς και ποιητές από διάφορες χώρες και θρησκείες, ενώ κατά τη βασιλεία του έγινε η πρώτη απόπειρα συστηματοποίησης του δικαίου. Η Ρωσία, ύστερα από την εισβολή των Τατάρων, ενεπλάκη από τον 13o έως τον 16o αι. σε έναν αγώνα που έλαβε τον χαρακτήρα άμυνας του ευρωπαϊκού πολιτισμού και των επιτευγμάτων του. Στον 13o αι. ανάγεται η νέα εισαγωγή στην Ε. της ελληνικής αρίθμησης, όπως την είχαν επεξεργαστεί οι Άραβες (οι οποίοι έδωσαν επίσης και περίπου τη σημερινή μορφή στην άλγεβρα) και η διάδοση των αραβικών ανακαλύψεων στη χημεία.
Στο πεδίο των εικαστικών τεχνών, ο ενιαίος χαρακτήρας της ρομανικής τέχνης συνεχίστηκε με τη διάδοση του γοτθικού ρυθμού ο οποίος, παρά την ποικιλία των τοπικών δειγμάτων, ήταν έκδηλος τόσο στις υψηλές τέχνες όσο και στα προϊόντα της μικροτεχνίας (χρυσοχοϊκής, ελεφαντουργίας, μικρογραφίας), με τα οποία διαδίδονταν οι προτιμήσεις οι που επικρατούσαν στις διάφορες χώρες. Αυτή η εσωτερική τάση για μια ενιαία καλλιτεχνική έκφραση οδήγησε, στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αι., τη γοτθική σε μορφές μιας πραγματικά διεθνούς τέχνης, παρότι ξεχωρίζουν δύο μεγάλες ζώνες ακτινοβολίας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά· η μία, όπου ο γοτθικός χαρακτήρας συνεχίστηκε σε όλο τον 15o αι., σημείωσε ιδιαίτερη ανάπτυξη στη Φλάνδρα και στη Γερμανία και εξαπλώθηκε από τη Γαλλία έως τη Λομβαρδία, τη Φλάνδρα, τη Βοημία, την Αγγλία, το Βένετο και το Μάρκες· η άλλη συνέδεε τη Σιένα με την Αβινιόν και γενικά τη νότια Γαλλία, την Καταλονία και τις νότιες περιοχές της Ιταλίας.
Η Αναγέννηση. Στην Αβινιόν, στην παπική αυλή (1309-78) δημιουργήθηκε ένα νέο κέντρο πολιτιστικής ακτινοβολίας, με το οποίο η ιταλική πολιτιστική παράδοση μεταδόθηκε στη νότια Γαλλία και από εκεί επηρέασε βαθιά τον γαλλικό πολιτισμό γενικά, κυρίως χάρη στο έργο προσωπικοτήτων όπως ο ζωγράφος Σιμόνε Μαρτίνι και ο Πετράρχης, ο οποίος θεωρήθηκε και το πρότυπο του νεότερου Ευρωπαίου διανοούμενου.
Στα συχνά και μακρινά ταξίδια του, από το 1333 και μετά, ο Πετράρχης δημιούργησε σχέσεις με λόγιους από διάφορες χώρες, που τους ένωνε το κοινό πάθος για τη διάσωση του κλασικού, ελληνικού και λατινικού πολιτισμού. Αν και η ποίηση του Πετράρχη επρόκειτο να επηρεάσει, σε μεταγενέστερη εποχή, τη γαλλική και την ισπανική ποίηση (πετραρχισμός), το υπόλοιπο έργο του, ως σοφού επιστολογράφου και περιηγητή, προκάλεσε και προώθησε φιλολογικά και λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, τα οποία, περιορισμένα στην αρχή σε έναν στενό κύκλο λογίων, προορίζονταν να προσανατολίσουν την ευρωπαϊκή πνευματική κίνηση προς τον ιταλικό ουμανισμό, του οποίου ο Πετράρχης θεωρείται κήρυκας.
Το κεντροευρωπαϊκό περιβάλλον, γερμανικό και σλαβικό, δέχτηκε επίσης την ιταλική επίδραση, κυρίως χάρη στον αυτοκράτορα Κάρολο Δ’ και στον καγκελάριό του, Γιόχαν φον Νόιμαρκτ, ουμανιστή και φίλο του Πετράρχη. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καρόλου Δ’, η Πράγα έγινε ένα από τα ζωηρότερα πνευματικά κέντρα της Ε. Το πανεπιστήμιό της συγκέντρωσε φοιτητές από όλες τις χώρες και διέδωσε τις πρώτες εκδηλώσεις του ιταλικού ουμανισμού του Πετράρχη, ενώ η λογοτεχνία σε τσεχική γλώσσα έφτασε σε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα της Ε. και προπαρασκεύασε το έδαφος για την πνευματική κίνηση του 15ου αι., η οποία με τον Χους επιχείρησε μια θρησκευτική μεταρρύθμιση και εγκαινίασε την πολιτική και πολιτιστική αυτονομία της Βοημίας όπως και την εθνική αντιγερμανική κίνηση των Τσέχων.
Η επίδραση του πρώιμου ιταλικού ουμανισμού διαπιστώθηκε τον 14o αι. και στην Αγγλία (όπου ο αιρετικός θεολόγος Γουίκλιφ ανέπτυξε πρώτος θεωρίες ανάλογες με εκείνες που υποστήριξε αργότερα ο Χους), κυρίως με το έργο του Τζέφρι Τσόσερ. Ένα πρώτο δείγμα του γερμανικού ουμανιστικού θεάτρου είναι ο διάλογος με τίτλο Ο χωρικός της Βοημίας του Γιοχάνες φον Τεπλ, που ανάγεται στις αρχές του 14ου αι. Η Πολωνία επίσης (όπου ο βασιλιάς Καζιμίρ Γ’ ίδρυσε το πανεπιστήμιο της Κρακοβίας το 1364) συμμετείχε στις πρώτες ουμανιστικές κινήσεις που ξεκίνησαν από την Ιταλία, καλλιεργώντας τις επιστήμες και ιδιαίτερα την αστρονομία. Με τη γέννηση του ουμανισμού τα λατινικά έγιναν και πάλι στοιχείο πολιτιστικής ενοποίησης της Ε· πρόκειται όμως για λατινικά που οι φιλόλογοι προσπάθησαν να επαναφέρουν στην καθαρότητα και στην κομψότητα της κλασικής εποχής.
Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός του 15ου αι. χαρακτηρίζεται για την όλο και μεγαλύτερη διάδοση των ιταλικών πνευματικών και καλλιτεχνικών τάσεων, που έρχονταν σε αντίθεση με τον υστερογοτθικό πολιτισμό, ο οποίος εξακολουθούσε να ανθεί στη Βουργουνδία, στη Φλάνδρα και στην ίδια τη γαλλική αυλή. Ο φλαμανδο-βουργουνδικός πολιτισμός, που χαρακτηρίζεται για την υπέρτατη κομψότητα της τέχνης του και καθρεφτίζει τον χαρακτήρα της αυλικής κοινωνίας και ζωής, υπήρξε η τελευταία φωνή του γοτθικού Μεσαίωνα, ενώ η μεγάλη φλαμανδική ζωγραφική συνέχιζε πιο πολύ παρά διέκοπτε την παράδοση, αντίθετα από την ιταλική, που ανθούσε τον ίδιο καιρό στη Φλωρεντία, η οποία αποτελούσε το κέντρο του αναγεννησιακού πολιτισμού. Ο θάνατος του Καρόλου του Τρομερού (1477) σημείωσε το τέλος του φλαμανδο-βουργουνδικού πνευματικού και καλλιτεχνικού πολιτισμού, ενώ οι στενές σχέσεις που διατηρούσαν από αιώνες οι εμπορικές φλαμανδικές πόλεις με τις ιταλικές έδωσαν την ευκαιρία να γίνει γνωστή στον βορρά η νέα ιταλική σκέψη και τέχνη.
Από τις προσωπικότητες που συνέβαλαν περισσότερο στη διάδοση του ιταλικού αναγεννησιακού κινήματος στην υπόλοιπη Ε. αξίζει να αναφερθούν ιδιαίτερα ο Πότζο Μπρατσολίνι, ο Λορέντσο Βάλα και ο Ενέα Σίλβιο Πικολόμινι, ο μετέπειτα πάπας Πίος B’. Ο πνευματικός πολιτισμός του βορρά, ο οποίος συνδεόταν με τη σχολαστική φιλοσοφία, αφομοίωσε ένα μέρος της ιταλικής ανθρωπιστικής σκέψης χάρη στον Γερμανό Νικόλαο Κουζάνο. Ο Μπρατσολίνι έλαβε μέρος στη σύνοδο της Κωνστάντιας (1414-18), ενώ ο Πικολόμινι και ο Κουζάνο στη σύνοδο της Βασιλείας (1431-47). Οι δύο αυτές σύνοδοι ήταν γεγονότα με ξεχωριστή πολιτιστική σημασία, γιατί η συνάντηση σε αυτές Ιταλών και βόρειων κληρικών στάθηκε ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα για τη διάδοση του ουμανιστικού κινήματος στη βόρεια Ε. Η συνάντηση του βόρειου μεσαιωνικού πνεύματος με το κριτικό πνεύμα του ιταλικού ουμανισμού προκάλεσε κυρίως την ανάπτυξη των φυσικών ερευνών, που με όλη τη θεοσοφικο-μαγική τους χροιά συνέβαλαν ιδιαίτερα στην πρόοδο των επιστημών. Κύριοι εκπρόσωποι αυτής της τάσης ήταν οι Γερμανοί Γιοχάνες Ρόιχλιν, Aγκρίπα Νέτεσχαϊμ και Μπόμπαστ φον Χόχενχαϊμ, ο επιλεγόμενος Παράκελσος. Βασική για τη διάδοση των νέων πνευματικών και επιστημονικών ιδεών στάθηκε η εφεύρεση της τυπογραφίας, με κινητά στοιχεία από τον Γερμανό Γκούτενμπεργκ, ο οποίος καταγόταν από το Μάιντς (Μαγεντία). Η τυπογραφία διαδόθηκε γρήγορα· στα τέλη του 15ου αι. υπήρχαν τυπογραφεία σε περίπου 150 ευρωπαϊκές πόλεις. Γεγονότα με αποφασιστική σημασία, που συνετέλεσαν στη διαμόρφωση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού πολιτισμού με κέντρο της ακτινοβολίας του την αναγεννησιακή Ιταλία, ήταν οι εκστρατείες των Γάλλων βασιλιάδων Καρόλου H’, Λουδοβίκου IB’ και Φραγκίσκου A’ στην Ιταλία (Ιταλικοί πόλεμοι), ύστερα από τις οποίες η ανακάλυψη της Ιταλίας σφράγισε τον γαλλικό πνευματικό πολιτισμό, με τον αναγεννησιακό χαρακτήρα.
Στην Ισπανία έγινε επίσης μία στροφή προς τον ουμανισμό· ωστόσο ο ισπανικός 15ος αι. αντανακλούσε τον διττό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού· ενώ στην τέχνη επικρατούσε ο υστερογοτθικός ρυθμός του γαλλικού και κεντροευρωπαϊκού τύπου, στη λογοτεχνία γινόταν εντονότερη η παρουσία του ιταλικού ουμανισμού, κάτι που οφειλόταν έως ένα σημείο στην αυλή του Αλφόνσου E’ της Aραγονίας στη Νάπολη. Το 1473 ιδρύθηκε στη Σαραγόσα το πρώτο τυπογραφείο· τέλος, το 1492, με την ανακάλυψη της Αμερικής, το πολιτικό κέντρο της Ε. μετατοπίστηκε στην Ισπανία.
Στο επιστημονικό πεδίο, με την Αναγέννηση γεννήθηκαν οι νεότερες πειραματικές επιστήμες που τροφοδοτήθηκαν από την πλούσια συγκομιδή παρατηρήσεων που γίνονταν χάρη στην ανάπτυξη της τεχνικής. Ο Κολόμβος και ο Μαγγελάνος δεν ανακάλυψαν μόνο νέους τόπους αλλά ανέτρεψαν τις παλιές πεποιθήσεις. Με τις μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις αποδείχθηκε η σφαιρικότητα της Γης, αποκτήθηκαν καινούργιες γνώσεις και προκλήθηκαν νέες αναζητήσεις. Ο Κοπέρνικος ανέτρεψε το πτολεμαϊκό σύστημα, το οποίο δεχόταν ο κόσμος και υποστήριζαν η εξουσία και η Εκκλησία. Η γέννηση της πειραματικής επιστήμης οδήγησε στην κατάπτωση του θεολογικού-μεταφυσικού παράγοντα και έτεινε να στηρίξει την επιστημονική έρευνα σε εμπειρικές προϋποθέσεις με την άμεση παρατήρηση και μελέτη της φύσης. Ωστόσο, το επιστημονικό έργο του Λεονάρντο ντα Βίντσι έμεινε σχεδόν άγνωστο και είχε μικρή επίδραση στη σκέψη της εποχής του και της αμέσως επόμενης περιόδου.
Κατά τον 16o αι., εξαιτίας των γαλλοϊσπανικών πολέμων και της απώλειας της πολιτικής αυτονομίας σχεδόν ολόκληρης της Ιταλίας, ο ιταλικός αναγεννησιακός πολιτισμός μετατράπηκε σε ευρωπαϊκό, κυρίως με την αφομοίωσή του από τις αντίπαλες ηγεμονικές δυνάμεις, τη Γαλλία και την Ισπανία. Η διάδοση του ιταλικού πολιτισμού απλώθηκε σε όλα τα πεδία, από την τέχνη έως την πολιτική θεωρία –με τη διάδοση, η οποία συνοδευόταν από όχι μικρή πολεμική, του Ηγεμόνα του Μακιαβέλι–, τη λογοτεχνία κλπ. Ο Μαινόμενος Ορλάνδος του Αριόστο μεταφράστηκε τον 16o αι. στα γαλλικά, στα αγγλικά και στα ισπανικά· ο πετραρχισμός και ο κλασικισμός χαρακτήριζαν τη γαλλική ποίηση, ενώ ο ιταλικός ενδεκασύλλαβος εισήχθη στην Ισπανία· ακόμα και στην Αγγλία, όπου το 1476 είχε ιδρυθεί το πρώτο τυπογραφείο, στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι. άρχισαν να διαδίδονται οι προερχόμενες από την Ιταλία ουμανιστικές αντιλήψεις.
Το αναγεννησιακό ιδεώδες, όπως είχε διαγραφεί στον Αυλικό του Μπαλτασάρε Καστιλιόνε (που μεταφράστηκε στα ισπανικά, στα γαλλικά και στα αγγλικά), έγινε το πρότυπο του Ευρωπαίου ευπατρίδη των νεότερων χρόνων. Η αγγλική μετάφραση του Αυλικού, η μετάφραση των Βίων του Πλουτάρχου, η μελέτη του Ivoσάν Ζαντιγέ για τον Μακιαβέλι, επηρέασαν έντονα το αγγλικό ουμανιστικό πνεύμα, το οποίο άνθησε αργοπορημένα, στην εποχή της Ελισάβετ A’ και του Ιακώβου A’, αφού προηγήθηκε έντονη αντίδραση εναντίον του μεσαιωνικού πνεύματος του καθολικισμού. Η αγγλική Αναγέννηση εκδηλώθηκε με την αυλική λογοτεχνία των Σίντνεϊ και Σπένσερ, με το λογοτεχνικό έργο του Βάκωνα, με το εκλεπτυσμένο ύφος του Λίλι, τη μεταφυσική ποίηση του Ντον και, τέλος, με το πλούσιο ελισαβετιανό θέατρο, που κορυφώθηκε με το έργο του Σαίξπηρ. Κατά την εξάπλωσή του στην Ε., ο κλασικός πολιτισμός της ιταλικής Αναγέννησης έδωσε κλασικιστική τροπή στους διάφορους εθνικούς πολιτισμούς.
Στο πεδίο των τεχνών μόνο κατά το δεύτερο μισό του 16ου αι. η τέχνη της ιταλικής Αναγέννησης –και μάλιστα με τη μορφή του μανιερισμού, που εισαγόταν σε κέντρα όπως το Φοντενεμπλό του Φραγκίσκου A’ και η Πράγα του Ροδόλφου B’– αποτελούσε τη βάση της καλλιτεχνικής εμπειρίας ολόκληρης της Ε. και από το έργο των Ρόσο, Πριματίτσιο, Νικολό ντελ Aμπάτε, Τσελίνι, μεταδόθηκε στη γλυπτική του Ζερμέν Πιλόν και του Άντριαν ντε Βρις, στη ζωγραφική του Καρόν, του Σπράγκερ και του Μάαρτεν Βαν Χέεμσκερκ, που περισσότερο από κάθε άλλον διέδωσε τον μανιερισμό της Ρώμης στις Κάτω Χώρες. Άλλωστε ο διεθνής μανιερισμός δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα διάδοσης αλλά και πρωτότυπης προσφοράς καλλιτεχνών που δούλευαν μέσα στο εμπνευσμένο από την καλλιτεχνική ιταλική παράδοση περιβάλλον, όπως ο Έλληνας Θεοτοκόπουλος ή ο Φλαμανδός Τζαμπολόνια. Η ίδια κρίση του μανιερισμού εκδηλώθηκε συγχρόνως σε όλη την Ε., γι’ αυτό και παρατηρείται σε όλο τον 17o αι. ενιαία αντιμετώπιση των καλλιτεχνικών προβλημάτων. Ήδη η εμπειρία του Καραβάτζιο βρήκε άμεση απήχηση στο έργο Γάλλων, Φλαμανδών και Ισπανών καλλιτεχνών, οι οποίοι εργάζονταν στην Ιταλία (Βαλαντέν, Βουέ, Τερμπρίγκεν, Ριμπέρα, ακόμα και του Βελάσκεθ) και διαδόθηκε αργότερα στις αντίστοιχες χώρες, επηρεάζοντας ακόμα και τη ζωγραφική καλλιτεχνών με πολύ προσωπικό χαρακτήρα (Βερμέερ, Ρέμπραντ). Την ίδια εποχή ο κλασικισμός, εμπνευσμένος από τους Καράτσι, βρήκε στον Πουσέν και στον Κλοντ Λορέν τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Από την αναγεννησιακή άνθηση δεν έμεινε αμέτοχη η μουσική. Παράλληλα με το ουμανιστικό κίνημα, αναπτύχθηκε η πολυφωνία, δηλαδή η αντίστιξη, που από τις αρχικές δίφωνες μορφές, ύστερα από αυστηρή θεωρητική μελέτη των εκφραστικών δυνατοτήτων, εξελίχθηκε στην πολυφωνική φλαμανδική μουσική, που σημείωσε ξεχωριστή άνθηση. Η έντονη πνευματική και καλλιτεχνική επικοινωνία μεταξύ των σπουδαιότερων ευρωπαϊκών χωρών, παράλληλα με τα ιστορικοπολιτικά γεγονότα, δημιούργησαν στις αρχές του 15ου αι. τις προϋποθέσεις για μια παράλληλη ανάπτυξη της πολυφωνίας, η οποία στα τέλη του 14ου αι. κυριαρχούσε κυρίως στη Γαλλία με σπουδαιότερο αντιπρόσωπο τον Γκιγιόμ ντε Μασό και στην Ιταλία με τον Φραντζέσκο Λαντίνο. Η γαλλική αυτή υπεροχή, ύστερα από την ήττα των Γάλλων στο Αζενκούρ (1415), πέρασε στους Άγγλους με τον Τζον Ντανστέιμπλ, ο οποίος με το τραγούδι του Ω όμορφο τριαντάφυλλο είχε πλατιά απήχηση σε όλη την Ε. Ήταν η περίοδος που ο Πετράρχης και γενικά ο πετραρχισμός ασκούσαν αξιόλογη επίδραση στους μουσικούς. Ωστόσο, για περίπου ενάμιση αιώνα (1400-1550) εκείνοι που πραγματικά κυριαρχούσαν στο πεδίο της μουσικής ήταν οι Φλαμανδοί. Το μεγάλο τους όπλο υπήρξε η αντίστιξη, η οποία με μια καταπληκτική όσο και λεπτομερειακή αρχιτεκτονική κατασκευή αντανακλούσε τα μεγάλα ποιητικά έργα της λογοτεχνίας και τις μνημειώδεις αρχιτεκτονικές κατασκευές, παράλληλα με την αγάπη για τη μικρογραφία. Χάρη στη δράση των μεγαλύτερων Φλαμανδών μουσικών, οι οποίοι εργάζονταν σε ολόκληρη την Ε. (Γκιγιόμ Ντιφέ, Γιαν Βαν Όκεγκεμ, Γιάκομπ Όμπρεχτ, Ζοσκέν Ντεπρέ), η πολυφωνία του 14ου αι., που είχε μέχρι τότε εθνικό χαρακτήρα, απέκτησε μια διεθνή γλώσσα, της οποίας την επιβολή αμφισβήτησε και πάλι η άνθηση νέων λαϊκών ειδών όπως, για παράδειγμα, στην Ιταλία της βιγιότας, στη Γερμανία των Volkslieder (λαϊκών τραγουδιών), στην Ισπανία των villancicos. Αργότερα δημιουργήθηκαν σχολές όπως η βενετική, που την επηρέασαν αποφασιστικά οι Φλαμανδοί και έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή της με τους Αντρέα και Τζοβάνι Γκαμπριέλι, στο έργο των οποίων ο πολυφωνικός πλούτος ήταν ανάλογος με τον πλούτο των οργάνων. Επίσης ιδρύθηκε η σχολή της Ρώμης, όπου κυριαρχούσε η μορφή του Παλεστρίνα, η οποία αναπτύχθηκε μέσα στο κλίμα της Αντιμεταρρύθμισης καθώς και η γαλλική σχολή, που επεδίωκε να πετύχει μια καινούργια ενότητα μεταξύ της ποίησης και της μουσικής, η οποία στο μεταξύ απαλλάχθηκε από τις πολύπλοκες αντιστικτικές κατασκευές. Στη Γερμανία η Μεταρρύθμιση του Λούθηρου απαιτούσε από τη μουσική να εγκαταλείψει τον μεγαλειώδη αντιστικτικό χαρακτήρα της και να εκφραστεί με τρόπο άμεσο και απλό. Έτσι το κοράλ (Διαμαρτυρόμενος εκκλησιαστικός ύμνος) έγινε το πρώτο μέσο για την εθνική γερμανική ενότητα.
Η θρησκευτική Μεταρρύθμιση είχε αποσπάσει κατά τον 16o αι. από την Εκκλησία της Ρώμης πολλές χώρες της βορειοδυτικής Ε. Αυτή η δεύτερη διάσπαση της μεσαιωνικής ευρωπαιοχριστιανικής ενότητας (ύστερα από το Σχίσμα του 11ου αι.) είχε γενικότερες συνέπειες στον πολιτιστικό τομέα, γιατί, μέχρι ένα σημείο, σταμάτησε την ουμανιστική άνθηση στις βόρειες χώρες, ενώ με τους θρησκευτικούς πολέμους που επακολούθησαν προκάλεσε την οικονομική και πολιτιστική παρακμή των γερμανικών χωρών. Οι λαοί αυτοί άρχισαν να συνέρχονται ύστερα από την ειρήνη της Βεστφαλίας (1648), η οποία καθόρισε τη θρησκευτική διαίρεση της Γερμανίας με βάση την αρχή «cuius regio, eius religio».
Μία περίεργη διαφωνούσα συμφωνία (concordia discors) μεταξύ του ουμανιστικού κινήματος και της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης έγινε στις Κάτω Χώρες, οι οποίες κατά το πρώτο μισό του 16ου αι. απέκτησαν εντελώς ξεχωριστή θέση στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ο σπουδαιότερος αντιπρόσωπος του βόρειου ουμανισμού, που είχε κέντρο τις Κάτω Χώρες, ήταν ο Ολλανδός Έρασμος, το όνομα του οποίου έγινε σύμβολο της οικουμενικότητας του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Στον ευρωπαϊκό πολιτισμό της Αναγέννησης πήραν ενεργό μέρος και οι Σλάβοι του νότου. Δαλματοί καλλιτέχνες εργάζονταν και στη Δύση, ενώ από τα τέλη του 15ου έως τα μέσα του 17ου αι. άκμασε στη Δαλματία μια τρίγλωσση λογοτεχνία στα κροατικά, στα λατινικά και στα ιταλικά.
Στα αναγεννησιακά ιδεώδη της ισορροπίας και του μέτρου, μέσα στο κλίμα της διάσπασης της ευρωπαϊκής ενότητας εξαιτίας ουσιαστικά των θρησκευτικών αντιθέσεων, ήταν αντίθετο το μπαρόκ, κίνημα που εκδηλώθηκε τόσο στις εικαστικές τέχνες –την εντυπωσιακότερη και τυπικότερη έκφρασή του βρήκε στην αρχιτεκτονική– όσο και στα γράμματα. Μεταξύ των στοιχείων που συνετέλεσαν στη γένεση του κινήματος υπήρξε η νέα αίσθηση της φύσης κατά τον 17o αι., τα νέα επιτεύγματα της επιστημονικής έρευνας, ιδιαίτερα στο πεδίο της αστρονομίας, τα οποία ανέτρεψαν τις παλαιότερες πεποιθήσεις και προκάλεσαν κοσμοθεωρητικές ανατοποθετήσεις, και τέλος η στοχαστική ανησυχία των φιλοσόφων της υστεροαναγεννησιακής εποχής, που κορυφώθηκε με τον Τζορντάνο Μπρούνο.
Διαμορφωμένη στη Ρώμη, ώριμη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 17ου αι. με τα έργα των Μπερνίνι, Πιέτρο ντα Κορτόνα και Μπορομίνι, η τέχνη του μπαρόκ αποτέλεσε τον ενοποιητικό πυρήνα του ρεύματος που κυριάρχησε στην ηπειρωτική Ε. Ανανεωνόταν διαρκώς και διαδιδόταν είτε με την άμεση επαφή των ξένων καλλιτεχνών με το περιβάλλον της Ρώμης είτε με το έργο των Ιταλών καλλιτεχνών έξω από την Ιταλία. Η τέχνη του μπαρόκ, ανεξάρτητα από τις παραλλαγές που διαπιστώνονταν ανάλογα κάθε φορά με την ιδεολογική παράταξη που εξέφραζε (μεταρρυθμιστική στην Ολλανδία, αντιμεταρρυθμιστική στην Ιταλία, στην Ισπανία κλπ.), διατήρησε βασικά κοινά χαρακτηριστικά, που αντικατόπτριζαν και τα γενικότερα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού πνεύματος κατά τον 17o αι. Το μπαρόκ, ως έκφραση του αντιμεταρρυθμιστικού κινήματος, διαδόθηκε από τους ιεραποστόλους και στην αμερικανική ήπειρο, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη ποικιλία: το αποικιακό μπαρόκ.
Ιδιαίτερα σημαντική και εντυπωσιακή υπήρξε στη φάση αυτή η αντίθεση των μορφών, κυρίως στην αρχιτεκτονική. Αφενός κυριαρχούσε μία χαρακτηριστική προς το μπαρόκ τάση και αργότερα η τάση προς το ροκοκό (έργα του Ναρθίσο Τομέ στο Τολέδο, των Άζαμ στο Μόναχο, του Μπαλτάζαρ Νόιμαν και του Γιόχαν Μίκαελ Φάιχτμαϊρ στη Γερμανία) και αφετέρου η κλασικιστική τάση, που κυριάρχησε στη Γαλλία ολόκληρο τον 17o αι. και επέμεινε σε μια σταθερή προσκόλληση στην τεχνοτροπία του Παλάντιο και στα πρότυπα που έδινε η αρχαιολογία, καθώς και η εικόνα μιας συνέχειας του κλασικισμού του Παλάντιο στην Αγγλία (Ίνιγκο Τζόουνς, σερ Κρίστοφερ Ρεν και πολλοί άλλοι, από τον Νίκολας Χόξμορ και τον Τζον Βάνμπρε μέχρι τον Κόλον Καμπλ). Θεωρητικοί του κινήματος μπαρόκ υπήρξαν ο Ιταλός Εμανουέλε Τεζάουρο και ο Ισπανός Μπαλτασάρ Γκραθιάν, του οποίου η θεωρία για τις agudezas βρήκε απήχηση στην έφεση προς την τολμηρότητα των μεταφορών που χαρακτήριζε τον ευφημισμό και τη μεταφυσική ποίηση των Άγγλων. Πράγματι, στη λογοτεχνία η τεχνοτροπία του μπαρόκ πήρε διαφορετικές μορφές και δημιούργησε ποικίλες εμπειρίες στις διάφορες χώρες. Αντιπροσωπευτικός συγγραφέας στην Ιταλία υπήρξε ο Μαρίνο, που δημιούργησε σχολή· στη Γαλλία, χαρακτηριστικό κίνημα ήταν αυτό των précieux (που χαρακτηριζόταν για την εξεζητημένη τάση του προς την κομψότητα του ύφους)· στην Ισπανία, δίπλα στις μεγάλες μορφές του χρυσού αιώνα της Ισπανίας (Λόπε ντε Βέγκα, Κεβέντο και Καλντερόν) άνθησε η λυρική ποίηση του Γκόνγκορα ι Αργκότε και η σχολή του.
Τον 17o αι. έγινε μεγάλη επανάσταση στον χώρο της μουσικής. Τη φωνητική μουσική παραμέρισε σιγά-σιγά η ενόργανη· ακόμα, επικρατούσε μεγαλύτερη προτίμηση για την άρια –μονωδική ή ενόργανη– παρά για τη μεγαλόπρεπη πολυφωνία. Σε αυτό επηρέασε αποφασιστικά και η τέχνη του Τζιρόλαμο Φρεσκομπάλντι ο οποίος είχε βάση τη μεγάλη μουσική του Μπαχ. Το μελόδραμα, που τον 17o αι. εμφανίστηκε με όλα τα χαρακτηριστικά ενός νέου μουσικού είδους, ένωσε για μία ακόμα φορά την Ε.· στην αρχή σε ένα κοσμοπολίτικο κλίμα όπου κυριαρχούσαν οι Ιταλοί και το οποίο ευνοούσαν οι μεγάλες μοναρχίες, οι οποίες έβρισκαν στον νέο τύπο θεάματος ένα στοιχείο αίγλης, και ύστερα ως δύναμη ικανή να αναζητήσει και στο μουσικό πεδίο έναν νέο εθνικό προσανατολισμό. Το ιταλικό μελόδραμα, το οποίο στην αρχή το δέχτηκαν και ύστερα το απέκρουσαν, προκάλεσε στη Γαλλία την ανάπτυξη του vaudeville και του ballet de cour, στη Γερμανία του singespiel, στην Αγγλία της mask· πρόκειται γιαμορφές μουσικού θεάτρου, οι οποίες μόνο στην προ-ρομαντική και στη ρομαντική περίοδο έμελλε να αναπτυχθούν με τρόπο συνειδητό και σε μορφές εθνικού μουσικού θεάτρου.
Κατά τον 17o αι. γεννήθηκε στην Ε. και η νεότερη επιστήμη. Χάρη στον Γαλιλαίο επικράτησε η πειραματική μέθοδος, η οποία βασιζόταν στην ποσοτική μελέτη των φαινομένων –ο Διάλογος μεταξύ των δύο μέγιστων κοσμοθεωριών ήταν το μανιφέστο της νεότερης επιστήμης για την ανεξαρτησία της από κάθε προκατάληψη. Ο Ρόμπερτ Μπόιλ, τριάντα χρόνια αργότερα, τοποθέτησε τη χημεία στη βάση των διαπιστώσεων του Γαλιλαίου, ελευθερώνοντάς την από τον κυκεώνα της αλχημείας. Επίσης, η σπουδαιότητα του έργου του Ο σκεπτικιστής χημικός (1661) θα μπορούσε να παραβληθεί με εκείνη των Διαλόγων του Γαλιλαίου. Η ανακάλυψη του τρόπου κυκλοφορίας του αίματος από τον Γουίλιαμ Χάρβεϊ (1628), η οποία προσέφερε μια αξιολογότατη συμβολή για τη γνώση της ανατομίας και της φυσιολογίας του ανθρώπινου σώματος, αποτέλεσε λαμπρή επιτυχία των προσπαθειών να ερμηνευθούν τα φυσιολογικά φαινόμενα με βάση τη φυσική. Η κατασκευή οργάνων παρατήρησης (τηλεσκόπιο, μικροσκόπιο) και οργάνων μέτρησης (θερμόμετρα, εκκρεμή, ζυγοί) συνδέθηκε λογικά με την ανάγκη της ποσοτικής έρευνας των φαινομένων. Η θεωρία για το ηλιοκεντρικό σύστημα, που με τόλμη ανέπτυξε ο Κοπέρνικος και την οποία ενίσχυσαν οι πειραματικές αποδείξεις του Γαλιλαίου, διατυπώθηκε μαθηματικά με τους νόμους του Κέπλερ.
Στον θεωρητικό τομέα, η επιστημονική μεθοδολογία βρήκε στο πρόσωπο του Βάκωνα (Φράνσις Μπέικον) τον πρώτο μεγάλο υποστηρικτή από τους στοχαστές των νεότερων χρόνων: γι’ αυτόν σκοπός της επιστήμης δεν ήταν να δημιουργήσει τυπικές αποδείξεις, αλλά πειράματα. Ο Ντεκάρ (Καρτέσιος) προέβαλε και αυτός, στον Λόγο περί της μεθόδου, την ανάγκη της σαφήνειας και του ορθού λογισμού εισάγοντας την έννοια της μεθοδικής αμφιβολίας. Η καρτεσιανή σαφήνεια είχε το αντίστοιχό της στον κλασικισμό της γαλλικής λογοτεχνίας του δεύτερου μισού του 17ου αι. Ύστερα από την οριστική επικράτηση της αριστοτελικής θεωρίας των τριών ενοτήτων στο δραματικό είδος (που ακολούθησε την πολεμική εναντίον του Σιντ του Κορνέιγ), οι τραγωδίες του Ρακίνα έγιναν τα πρότυπα του είδους. Η κωμωδία θριάμβευσε με τον Μολιέρο. Στην Ποιητική τέχνη του Μπουαλό ο κλασικισμός προβάλλεται σε αντίθεση προς το μπαρόκ. Ήταν η εποχή της περίφημης διαμάχης των παλαιών και των νέων, που αφορούσε κυρίως τις έννοιες της αλήθειας, της μίμησης και της προόδου της τέχνης. Αντίθετο με τον θρησκευτικό συναισθηματισμό του καθολικού μπαρόκ ήταν το θρησκευτικό κίνημα, το οποίο είχε το κέντρο του στη μονή του Πορ Ρουαγιάλ (Ιάνσεν, Πασκάλ κλπ.) και στο οποίο η βαθιά θρησκευτικότητα συναντούσε τον πιο γνήσιο ορθολογισμό. Παρά την εχθρότητα των ιησουιτών προς τον ιανσενισμό, το κίνημα αυτό επηρέασε άλλα θρησκευτικά τάγματα και διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ε., ασκώντας έως έναν βαθμό επίδραση και στο κίνημα του Διαφωτισμού.
18ος αι. Η πολεμική εναντίον του μπαρόκ, που ξέσπασε στην Ιταλία στις αρχές του 18ου αι. με τον Μουρατόρι και κυρίως με τον Τζαν Βιντσέντσο Γκραβίνα, είχε προκαλέσει στα τελευταία χρόνια του 17ου αι. (1690) την ίδρυση της Ακαδημίας της Αρκαδίας, που στο πρόγραμμά της προέβαλε ως ιδανικό την απλότητα και τη φυσικότητα.
Ο Μεταστάσιος αντιμετωπίστηκε αμέσως ως ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος των νέων στιλιζαρισμένων θεατρικο-μουσικών τάσεων, οι οποίες επικρατούσαν σε όλη γενικά την Ε. Η παρουσία του Μεταστάσιου στην αυλή της Βιέννης ενίσχυσε την επίδραση των ιταλικών τάσεων στην αψβουργική πρωτεύουσα, επίδραση που συνεχίστηκε στην αυστριακή αυλή έως τα μέσα του 19ou αι.
Η στενότατη σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και μουσικής την εποχή αυτή προκάλεσε τη συγγραφή πολλών μελετών, μεταξύ των οποίων το Δοκίμιο για το μελόδραμα (1762) του Φραντσέσκο Αλγκαρότι, που αποκαλύπτει την πολύτιμη συμβολή του συγγραφέα στην πολεμική σχετικά με το μελόδραμα. Τις νεωτεριστικές θέσεις του υιοθέτησε κυρίως ο Γκλουκ. Ο τελευταίος διορίστηκε στη Βιέννη διευθυντής ορχήστρας του Βασιλικού Θεάτρου και ήταν σύγχρονος του Χάιντν, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος εκπρόσωπος της μεγάλης κλασικής σχολής της Βιέννης. Ανεξάρτητος από τις αυλικές απαιτήσεις, παρότι έπαιρνε μέρος στην αυστριακή μουσική ζωή, υπήρξε ο Μότσαρτ, αντιπροσωπευτική μορφή του μουσικού ο οποίος διατήρησε στη συνείδησή του τη συναίσθηση μιας ανθρώπινης και καλλιτεχνικής αξιοπρέπειας.
Ο κοσμοπολιτισμός των λογίων της εποχής και των αυλών –από τις οποίες την πρώτη θέση κατείχαν η Βιέννη και το Παρίσι– έγινε αιτία να διαδοθεί κατά το πρώτο μισό του 18ου αι. η προτίμηση προς το ροκοκό. Στο ροκοκό, το υπερφορτωμένο διακοσμητικά μπαρόκ απογυμνώθηκε από τη δραματική επισημότητά του, έγινε λεπτό, χαριτωμένο, κομψό, χωρίς να του λείπει και κάποιος τόνος επιπολαιότητας και επηρέασε κυρίως την αρχιτεκτονική (ροκοκό είναι για παράδειγμα το Μέγαρο Σουμπίζ του Παρισιού), την επιπλοποιία, την ενδυμασία, με ξεχωριστό τόνο στην κάθε χώρα.
Έτσι, έχουμε τα βενετσιάνικα έπιπλα, το αυλικό θεατράκι του Μονάχου, τις πορσελάνες Βενσέν-Σεβρών, Μέσεν, Νίμφενμπουργκ, Καποντιμόντε. Το ροκοκό, ένα αισθητικό ρεύμα το οποίο καλλιεργήθηκε στους αριστοκρατικούς κύκλους των ευρωπαϊκών χωρών, δεν κάλυπτε βέβαια ολόκληρο τον πολιτιστικό χώρο του 18ου αι. Ο χώρος αυτός χαρακτηρίστηκε στην πραγματικότητα από το μεγάλο ευρωπαϊκό πνευματικό κίνημα, το οποίο καθόρισε τον αιώνα, τον Διαφωτισμό.
Κατά τον 17o αι. γεννήθηκε η νεότερη επιστήμη που βασίστηκε στην πειραματική μέθοδο (Γαλιλαίος, Βάκων), η ορθολογιστική φιλοσοφία (Ντεκάρ), που είχε επιζητήσει να δώσει μία ερμηνεία του κόσμου, τα πορίσματα των μαθηματικών ερευνών, και ακόμα –με τον Ολλανδό Γκρότιους– η έννοια του φυσικού δικαίου. Στο ηθικό και θρησκευτικό πεδίο νέες αγωνίες και ανησυχίες βρήκαν διέξοδο σε μεταρρυθμιστικές απόπειρες της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας (ιανσενισμός) ή στη δημιουργία μιας φυσικής θρησκείας (αγγλικός ντεϊσμός) ή ακόμα σε ανθρωπιστικά και φιλάνθρωπα αισθήματα. Στον Διαφωτισμό οι προηγούμενες ζυμώσεις ωρίμασαν και έγιναν το πνευματικό ιδανικό της αστικής τάξης, η οποία στην Αγγλία είχε πια οριστικά κατακτήσει την εξουσία και με την ισορροπία της είχε γίνει, για τους πνευματικούς ανθρώπους της Ε. που ζούσαν ακόμα μέσα στο απολυταρχικό περιβάλλον, υπόδειγμα για το τι μπορούσε να προσφέρει ο ανθρώπινος νους στην πολιτική ανάπτυξη της ανθρωπότητας.
Η πνευματική κίνηση, που έως τότε ήταν κυρίως λογοτεχνική, μεταβλήθηκε και το επιστημονικό πνεύμα έκανε αισθητή την παρουσία του σε μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής σκέψης του αιώνα. Το θαυμαστό οικοδόμημα της μηχανικής του Νεύτωνα δεν κυριάρχησε μόνο στην επιστήμη αλλά ενέπνευσε έναν μηχανιστικό και αιτιοκρατικό τρόπο σκέψης, ο οποίος συνεχίστηκε και αργότερα, ενώ στα σαλόνια γίνονταν παράξενα πειράματα για τον ηλεκτρισμό. Η χημεία κινήθηκε στον δρόμο που χάραξε τον προηγούμενο αιώνα ο Μπόιλ. Ο Πρίστλεϊ, ο Κάβεντις, ο Σέελε και πολλοί άλλοι χημικοί, χωρίς να έχουν ακόμα αποδεσμευτεί από θεωρίες οι οποίες στηρίζονταν περισσότερο σε αφηρημένα σχήματα παρά στην εξέταση των φαινομένων, έκαναν μια πειραματική εργασία πρώτης γραμμής ανοίγοντας τον δρόμο στις κλασικές μελέτες του Λαβουαζιέ για την καύση, οι οποίες αποτέλεσαν μια αποφασιστικής σημασίας επιτυχία της ποσοτικής μεθόδου στη χημεία. Με τις μελέτες αυτές αποδείχθηκε ότι στις χημικές αντιδράσεις η ποσότητα των ουσιών που δημιουργούνται είναι ίση με την ποσότητα των ουσιών που αντιδρούν· το βασικό συμπέρασμα που προέκυψε διατυπώνεται με την αρχή «τίποτα δεν δημιουργείται, τίποτα δεν καταστρέφεται».
Στο πεδίο των φυσικών επιστημών οι γνώσεις που προήλθαν από την εξερεύνηση των νέων χωρών συγκεντρώθηκαν στο έργο του Μπιφόν Φυσική Ιστορία και στη μνημειώδη ταξινόμηση του Λινναίου. Με βάση τη μελέτη των απολιθωμάτων, ο Κιβιέ ίδρυσε τον κλάδο της παλαιοντολογίας, ενώ ο Λαμάρκ διατύπωσε σε οργανική μορφή την υπόθεση της εξέλιξης των ειδών, η οποία επικράτησε τον επόμενο αιώνα με τον Δαρβίνο. Τα μαθηματικά γνώρισαν ξεχωριστή άνθηση, ιδιαίτερα με την εισαγωγή των απειροστικών μεθόδων χάρη στους Λάιμπνιτς, Νεύτωνα και Όιλερ.
Τα πειράματα ηλεκτροστατικής, πέρα από τη διασκέδαση που παρείχαν σε όσους σύχναζαν στα σαλόνια ή στις λαϊκές γιορτές, έδωσαν αξιόλογους καρπούς στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας αλλά και στην πρώτη πρακτική εφαρμογή, όπως για παράδειγμα το αλεξικέραυνο. Η έρευνα που έτεινε να δώσει θεωρητική ερμηνεία των φαινομένων, τα οποία είχε παρατηρήσει ο Γκαλβάνι, οδήγησε τον Βόλτα, πριν από το τέλος του αιώνα, στην εφεύρεση της (βολταϊκής) στήλης, δηλαδή της πρώτης γεννήτριας συνεχούς ρεύματος.
Οι μεγαλύτεροι διανοούμενοι και φιλόσοφοι της εποχής ήταν και επιστήμονες που ασχολήθηκαν με επιστημονικές έρευνες. Ο Τζον Λοκ, που νομίζει κανείς πως έγραψε τα έργα του ειδικά για τους διαφωτιστές, ονόμαζε τη φιλοσοφία φυσικήφυσική φιλοσοφία.
Ο Διαφωτισμός, που γεννήθηκε στην Αγγλία, βρήκε την εποχή εκείνοι καταλληλότερο έδαφος ανάπτυξης στο ορθολογιστικό περιβάλλον της Γαλλίας. Άλλωστε, οι πρώτοι Γάλλοι διαφωτιστές ήταν αγγλόφιλοι, από τον Μοντεσκιέ, υποστηρικτή των πολιτικών θεωριών του αγγλικού φιλελευθερισμού, έως τον Βολτέρο, ο οποίος υπερασπίστηκε τη φιλοσοφική σκέψη και την ανεξιθρησκία του φιλελευθερισμού. Με τη μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια –της οποίας σπουδαιότεροι εμψυχωτές υπήρξαν ο Ντιντερό και ο Ντ’ Αλαμπέρ– οι Γάλλοι διαφωτιστές αντιμετώπισαν με κριτικό πνεύμα τα μεγάλα πνευματικά προβλήματα, από την οικονομία έως την εκπαίδευση και από τη θρησκεία έως τη φυσική, διεύρυναν όλο και περισσότερο το πεδίο της πνευματικής τους δραστηριότητας, διαμόρφωσαν νέες συνειδήσεις, προετοιμάζοντας τη Γαλλία και την Ε. για το βαθιά ανανεωτικό κίνημα της Επανάστασης. Η μεγάλη εποχή του γαλλικού Διαφωτισμού κορυφώθηκε με τον στοχαστή Ζαν-Ζακ Ρουσό, του οποίου η απόπειρα να δημιουργήσει μια πιο συγκεκριμένη έννοια της ελευθερίας προχώρησε πέρα από την καθαρά ωφελιμιστική αντιμετώπιση των προηγούμενων διαφωτιστών.
Ο Διαφωτισμός –κυρίως ως πνευματικό κλίμα– διαδόθηκε σε όλη την Ε. Και η Ρωσία την εποχή αυτή συνδέθηκε με την ευρωπαϊκή πολιτιστική ζωή χάρη στη φωτεινή δεσποτεία των ηγεμόνων της, όπως του Μεγάλου Πέτρου και της Αικατερίνης B’, αλλά και της μεγάλης πνευματικής προσωπικότητας του Λομονόσοφ.
Η κυκλοφορία των ιδεών ευνοήθηκε από τη μόδα των ταξιδιών –ο Μοντεσκιέ ταξίδεψε στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Ελβετία και στην Αγγλία, ενώ ο Βολτέρος βρέθηκε στην Αγγλία (1726-29) και στην αυλή του Φρειδερίκου του B’ της Πρωσίας (1750-53)–, από την εμφάνιση των περιοδικών (το 1711 άρχισε στην Αγγλία η έκδοση του Spectator, που λίγο αργότερα κυκλοφόρησε και σε γαλλική έκδοση), από την αυξανόμενη διάδοση των επιστημονικών και φιλολογικών εφημερίδων καθώς και από τα πεπραγμένα των διαφόρων επιστημονικών εταιρειών. Οι Ακαδημίες, που είχαν μια πρώτη άνθηση τον 17o αι. (οι Ακαδημίες dei Lincei και del Cimento στην Ιταλία, η Académie des sciences στη Γαλλία, το Invisible College, αργότερα Royal Society, στην Αγγλία), στην περίοδο του Διαφωτισμού αυξήθηκαν και ιδρύθηκαν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Στο Βερολίνο ιδρύθηκε υπό την προστασία του Φρειδερίκου A’ και με εμπνευστή τον Λάιμπνιτς, ο οποίος ήταν και ο πρώτος πρόεδρός της, η Societas Regia Scientiarum (1700), την οποία ακολούθησαν η Academia Scientiarum Imperiatis Petropolitana στην Πετρούπολη (1724), η Royal Dublin Società (1731) στο Δουβλίνο, η Accademia dei Georgofili (1753) στη Φλωρεντία.
Με το κίνημα του Διαφωτισμού συνδέεται στον αισθητικό χώρο, από πολλές απόψεις, ο νεοκλασικισμός, ο οποίος επικράτησε από τα μέσα του αιώνα στις τέχνες, στην επίπλωση και στη διακόσμηση, στη λογοτεχνία κλπ. Ο νεοκλασικισμός επανήλθε στις ηθικές και αισθητικές αρχές του κλασικού κόσμου, εμπνεύστηκε από τα ιδεώδη της ομορφιάς και του σεμνού ηρωισμού της ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης και λογοτεχνίας και αντιτάχθηκε στην επιπόλαιη φαντασία του ροκοκό. Ο νεοκλασικισμός ήταν λοιπόν φυσικό να γίνει το αισθητικό ιδεώδες της Γαλλικής επανάστασης. Μεγάλη σημασία για την ανάπτυξη του νεοκλασικισμού είχαν οι αρχαιολογικές ανασκαφές και ιδιαίτερα η ανασκαφή και αποκάλυψη του Ηρακλείου (Erculanum). Από τους θεωρητικούς του νεοκλασικιστικού κινήματος ξεχώρισαν οι Γερμανοί Μενγκς και Βίνκελμαν και ο Ιταλός Φ. Μιλίτσια.
Παράλληλα με τα στοιχεία του Διαφωτισμού, αναπτύχθηκαν τάσεις –ζωηρότερες στα τέλη του 18ου αι.– οι οποίες, σε αντίθεση με τον θαρραλέο ορθολογισμό των διαφωτιστών, στήριζαν τα ιδανικά τους στο συναίσθημα και στη φαντασία. Δείγματα της νέας αυτής τάσης που θα μπορούσε να ονομαστεί προ-ρομαντική –φανερά ήδη κατά το πρώτο μισό του αιώνα στην πολεμική των Ελβετών Μπόντμερ και Μπράιτινγκερ εναντίον της γαλλικής κλασικιστικής ποίησης– βρέθηκαν στην Αγγλία, στη συλλογή των οσιανικών τραγουδιών του Μακφέρσον, στη Γερμανία, στον Βέρθερο του Γκέτε ή στον Λαοκόοντα του Λέσινγκ. Αποκορύφωση του ευρωπαϊκού προ-ρομαντισμού αποτέλεσε στη Γερμανία το πνευματικό κίνημα Θύελλα και Ορμή που παρουσιάστηκε από την αρχή ως επιστροφή στις πηγές της γερμανικής πνευματικής παράδοσης και εκφράστηκε –κυρίως με τους Χέρντερ, Κλάιστ, Κλόπστοκ– είτε με τον μύθο της φύσης (πριν ακόμα φτάσει στη Γερμανία το κήρυγμα του Ρουσό, επιστροφή στη φύση) είτε με την έννοια του ενστίκτου και του πάθους ως αναγκαίων εκδηλώσεων της φύσης.
Οι τάσεις αυτές οργανώθηκαν στο τέλος του 18ου αι. και αποτέλεσαν την αφετηρία του ρομαντικού κινήματος. Ο ρομαντισμός είχε πρώτο όργανό του το περιοδικό Athenaeum (1798-1800), το οποίο εξέδωσαν οι αδελφοί Σλέγκελ και στους συνεργάτες του συγκαταλέγονταν οι Νοβάλις και Σλάιρμαχερ. Με τον ρομαντισμό, ο πυρήνας της ευρωπαϊκής πνευματικής ζωής μετατοπίστηκε από τη Γαλλία –της οποίας η αίγλη στην περίοδο του Διαφωτισμού κυριαρχούσε σε όλα τα πεδία– στη Γερμανία, που έγινε το κέντρο ακτινοβολίας του ρομαντικού κινήματος σε όλη την Ε. και ταυτόχρονα το λίκνο του ιδεαλισμού, του σπουδαιότερου φιλοσοφικού συστήματος του 19ου αι.
19ος αι. Το ρομαντικό κίνημα δημιουργήθηκε ως αντίδραση στα κλασικά ιδεώδη και συνεπώς λειτούργησε ως κατηγορηματική άρνηση των λογοτεχνικών ειδών και ιδιαίτερα των περιορισμών που επέβαλαν οι αριστοτελικές ενότητες. Η απαίτηση να εμπνέεται ο καλλιτέχνης κατευθείαν από το αληθινό και από την ιστορία έστρεψε τους ρομαντικούς στη λαϊκή κληρονομιά (μύθους, παραδόσεις, μπαλάντες) και αγνότερη πηγή έμπνευσης έγινε γι’ αυτούς ο Μεσαίωνας. Αν και ήταν πολύ τολμηρό να περιοριστούν σε έναν γενικό χαρακτηρισμό το πολυεδρικό πνεύμα και οι ίδιες οι αντιφάσεις του ρομαντισμού, ωστόσο μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σταθερά από τις πολλαπλές του εκδηλώσεις το ουσιώδες χαρακτηριστικό του, το οποίο είναι μια επαναστατική στάση και μια απόλυτη τάση προς την ελευθερία και την προβολή του εγώ. Στην Αγγλία μπορεί να θεωρηθεί πρώτο ρομαντικό μανιφέστο ο πρόλογος που έγραψε ο Γουέρντζγουερθ για τις Λυρικές Μπαλάντες, τις οποίες εξέδωσε με τον Κόλεριτζ. Το δεύτερο κύμα του κινήματος αντιπροσωπεύτηκε από τους Κιτς, Σέλεϊ και Βύρωνα καθώς επίσης από τα ιστορικά μυθιστορήματα του Γουόλτερ Σκοτ.
Στη Γαλλία, το 1810, κυκλοφόρησε –και έγινε δεκτό με ανελέητη κριτική– το βιβλίο Περί Γερμανίας της Μαντάμ ντε Σταέλ, η οποία με τον Μπενζαμέν Κονστάν είχε δημιουργήσει στενή φιλία στη Βαϊμάρη με την ομάδα του Athenaeum, που είχε το κέντρο της στην Ιένα. Ήδη στο έργο του Σατομπριάν εμφανίζονται ορισμένα στοιχεία, χαρακτηριστικά του ρομαντισμού (ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η ιστορία και η αποκατάσταση του χριστιανισμού ως θρησκείας του αισθήματος), τα οποία επηρέασαν αργότερα μεταξύ άλλων τον Λαμαρτίνο και τον Ουγκό.
Στην Ιταλία, όπου μπορεί να διακρίνει κανείς τα πρώτα συμπτώματα ρομαντικών τάσεων στον Αλφιέρι και στον Φόσκολο, ο ρομαντισμός γεννήθηκε με την έκδοση του βιβλίου Η μισοσοβαρή επιστολή του Χρυσοστόμου του Μπερσέ (1816), το οποίο εμπνεύστηκε από μια βίαιη πολεμική, που άρχισε μετά το άρθρο της Μαντάμ ντε Σταέλ Για τη χρησιμότητα των μεταφράσεων. Ο Μαντσόνι με τις τραγωδίες του, τις οποίες έγραφε σύμφωνα με μια νέα ποιητική, ανακάλυψε Ευρωπαίους, οι οποίοι συμφώνησαν μαζί του πριν από τους Ιταλούς· η απόπειρα του όμως έμεινε μεμονωμένη ακόμα και έξω από την Ιταλία.
Στη Ρωσία, παράλληλα με την καθαρή έκφραση ενός πνευματικού κινήματος ορθολογικού τύπου, όπως ήταν στις αρχές του 19ου αι. η πνευματική προσφορά του Πούσκιν, ο ρομαντισμός, με τα πρώτα έργα του Γκόγκολ και με τον Λέρμοντοφ, πήρε μια πρωτότυπη μορφή ευρωπαϊκού επιπέδου.
Ξεκινώντας από την αρχική αντίθεσή του στον γιακωβινισμό και στον καισαρισμό του Ναπολέοντα και από τις αντιδραστικές θέσεις που είχε πάρει κατά την πρώτη του εμφάνιση ο ρομαντισμός, με τη διάδοσή του στην Ε. έφτασε να πάρει τελικά τον επαναστατικό χαρακτήρα εθνικοφιλελεύθερου τύπου, ο οποίος επικράτησε κατά το πρώτο μισό του 19ου αι. (είναι χαρακτηριστική η συμμετοχή προσωπικοτήτων όπως ο Βύρων και ο Σανταρόζα στην Ελληνική Επανάσταση, όπως και το ρομαντικό κλίμα μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία η αστικοφιλελεύθερη επανάσταση του 1830 και μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν προσωπικότητες όπως ο Ματσίνι στην Ιταλία, ο Πέτεφι στην Ουγγαρία, ο Μιτσκιέβιτς στην Πολωνία).
Στο κλίμα του ρομαντισμού –αλλά με φιλοδοξίες ψυχολογικής και κοινωνικής ανάλυσης που είχαν την αρχή τους στη μετά τον Διαφωτισμό σκέψη– ωρίμασε, με τον Σταντάλ και τον Μπαλζάκ, το μεγάλο μυθιστόρημα του 19ου αι. Σε σχέση με το μυθιστόρημα ψυχολογικού ή λυρικού τόνου και με τη ρεαλιστική και αστική πεζογραφία του 18ου αι. στην Αγγλία (Ντεφόε, Φίλντιγκ) ή στη Γαλλία, το μυθιστόρημα έλαβε ουσιαστικά νέα μορφή, που επικράτησε για μακρύ χρονικό διάστημα και κατέκτησε σχεδόν την αποκλειστική προτίμηση των αναγνωστών. Παράλληλα, υπήρξαν και άλλες τάσεις (που προήλθαν από το ίδιο προ-ρομαντικό ή ρομαντικό καλούπι) από το μαύρο μέχρι το λαϊκό και το ιστορικό μυθιστόρημα (Σκοτ, Μαντσόνι, Ουγκό). Με τη χρήση, οι κανόνες του μπαλζακικού μυθιστορήματος δεν άργησαν να χάσουν ένα μέρος του δυναμισμού τους και να γίνουν απλά σχήματα, για μια λογοτεχνία που απέβλεπε απλώς σε ψυχαγωγικούς σκοπούς (Ντίκενς, βικτοριανό μυθιστόρημα).
Ο Φλομπέρ χρησιμοποίησε έναν τύπο αντικειμενικής διήγησης, που κατά παράδοξο τρόπο την εμπότιζε με μια οδυνηρή εσωτερική ένταση. Το όραμα της κοινωνικής και ατομικής ζωής, που αποτελούσε τη βάση του μυθιστορήματος, φαίνεται πως μπήκε σε κρίσιμη φάση.
Ένα μέρος από την κληρονομιά του ρεαλιστικού μυθιστορήματος φάνηκε να ξαναζεί –χάρη στην ευρύτητα με την οποία συλλαμβάνεται το φαινόμενο της κοινωνίας και των ατόμων, μαζί με έναν έντονα ηθικό τόνο– στα έργα των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων του 19ου αι., όπως του Γκόγκολ, του Ντοστογιέφσκι και ιδιαίτερα του Τολστόι.
Στον ρομαντισμό πραγματώθηκε επίσης η τέλεια ένωση της μουσικής με όλη την πνευματική ζωή της περιόδου, ενώ οι νέες αγωνίες και επιδιώξεις προκάλεσαν μια παράξενη συνάντηση φιλοσοφικών, ποιητικών, φιλολογικών και μουσικών εμπειριών. Στην περιοχή της μουσικής επίσης η αρχική ορμή του ρομαντισμού δυνάμωσε μέσα στην πολιτική και κοινωνική αγωνία της εποχής (παράδειγμα η Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν ή η καλλιτεχνική αλληγορία του Σοπέν). Τα νεανικά μελοδράματα του Βέρντι αποτέλεσαν έντονη συμμετοχή της μουσικής δημιουργίας στην κορύφωση του κινήματος της ιταλικής παλιγγενεσίας. Γενικότερα, όλη η μελοδραματική παραγωγή του 19ου αι. συνέβαλε στη γενική πολιτιστική ανανέωση. Ο μουσικός ρομαντισμός κορυφώθηκε στο έργο του Βάγκνερ, όπου στον χρωματισμό του διαφαίνονται ήδη τα ατονικά στοιχεία τα οποία χαρακτήρισαν τον βασικό χαρακτήρα της μουσικής του 20ού αι.
Αλλά και στις άλλες περιοχές της τέχνης τα ιδεώδη του ρομαντισμού συνέβαλαν στη δημιουργία μιας κοινής εκφραστικής διάθεσης μεταξύ των διαφόρων Ευρωπαίων καλλιτεχνών. Στη βάση αυτή δημιουργήθηκε μια σχέση αρκετά συγκεκριμένη, μεταξύ της ζωγραφικής για παράδειγμα του Τέρνερ και του Ντελακρουά ή των Γερμανών τοπιογράφων κλπ. Ωστόσο, η κοινή αυτή εκφραστική κατεύθυνση συνοδεύτηκε επίσης και από τάσεις οι οποίες συνδέθηκαν με την εμφάνιση των εθνικιστικών ιδεολογιών και οδήγησαν στην επαναξιολόγηση ορισμένων τοπικών πολιτιστικών παραδοσιακών στοιχείων, όπως συνέβη, για παράδειγμα, με τον αγγλικό νεογοτθικό ρυθμό ή με τη γερμανική ρομαντική τέχνη· επρόκειτο δηλαδή για ένα είδος διαλεκτικής, μεταξύ ενός καλλιτεχνικού αισθήματος με ακτίνα ευρωπαϊκή και ειδικών εμπειριών.
Οι αντιθέσεις του ρομαντικού κινήματος, που για κύρια ενοποιητική βάση είχε το σταθερό στοιχείο της ελευθερίας, ξέσπασαν με την επαναστατική κρίση, με την οποία μπορεί να θεωρηθεί πως κλείνει το όλο κίνημα του ρομαντισμού, που διακλαδώθηκε δημιουργώντας διάφορες μορφές και κατέληξε σε ειδικές τάσεις και εκδηλώσεις.
Στην ευρωπαϊκή πνευματική κίνηση στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αι. η Γερμανία έπαιξε πρωταρχικό ρόλο όχι μόνο στο λογοτεχνικό αλλά και στο φιλοσοφικό πεδίο. Ο Καντ έκλεισε την περίοδο του Διαφωτισμού αναγνωρίζοντας απόλυτα τη βαρύτητα του ρόλου που έπαιζε ο λόγος, αλλά ταυτόχρονα υποβάλλοντας σε κριτική αξιολόγηση την έκταση των δυνατοτήτων του ίδιου του λόγου. Από την αναθεώρηση της κριτικής του Καντ, η οποία έγινε από τον Φίχτε, τον Σέλινγκ και τον Χέγκελ, γεννήθηκε ο απόλυτοςιδεαλισμός, ο οποίος χαρακτήρισε τη μεγάλη εποχή της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας. Η επίδραση που άσκησε στους ρομαντικούς ο Φίχτε και ακόμα πιο ολοκληρωμένα ο Σέλινγκ ήταν πολύ βαθιά. Ο γερμανικός ιδεαλισμός κορυφώθηκε αργότερα με τον Χέγκελ, ο οποίος ήταν αναμφισβήτητα η πιο πλούσια φιλοσοφική πηγή του 19ου αι. και επηρέασε άμεσα ή έμμεσα σχεδόν όλες τις μορφές της ευρωπαϊκής ζωής του 19ου και του 20ού αι.
Αφού διαδόθηκε σε όλη την Ε. με τα λογοτεχνικά ρεύματα του ρομαντισμού, ο γερμανικός ιδεαλισμός ήρθε σε αντίθεση, πρώτα στην Αγγλία και ύστερα στη Γαλλία, με άλλα κινήματα, προικισμένα με μεγάλη ζωτικότητα και με προορισμό να ασκήσουν και αυτά, σε διαφορετικό ρυθμό, βασική επίδραση στην ευρωπαϊκή σκέψη. Με τα παραδοσιακά ρεύματα της εμπειρικής σχολής, τα οποία ήταν πάντα ζωντανά στην Αγγλία, συνδέθηκαν οι ωφελιμιστικές θεωρίες του Μπένθαμ και του Τζέιμς Μιλ, που χαρακτηρίστηκαν για το ζωηρό ενδιαφέρον τους απένατνι στα πρακτικά προβλήματα (ηθικής, πολιτικής, οικονομίας). Στον χώρο τους τοποθετούνται οι μελέτες του Μάλθους και του Ρικάρντο, βασικές –μαζί με τις προγενέστερες του Άνταμ Σμιθ– για την ανάπτυξη της νεότερης οικονομικής σκέψης. Οι νέες ανάγκες και τα νέα προβλήματα, τα οποία γεννήθηκαν από τη Βιομηχανική επανάσταση και κατηύθυναν τις έρευνες και τον προσανατολισμό των Άγγλων φιλοσόφων της χρησιμοθηρικής σχολής, αποτέλεσαν και μία από τις ρίζες του ουτοπικού σοσιαλισμού (Σεν-Σιμόν, Φουριέ, Προυντόν, Λουί Μπλαν και του Άγγλου Ρ. Όουεν), που γεννήθηκε στη Γαλλία, μέσα σε κλίμα πνευματικής ανησυχίας και προβληματισμού, το οποίο είχε προκαλέσει ο ρομαντισμός.
Η εποχή λοιπόν του ρομαντισμού συνέπιπτε με τον δύσκολο αγώνα που οδήγησε στην επικράτηση των εθνικών αστικών τάξεων και του φιλελεύθερου συστήματος σε ένα μεγάλο μέρος της Ε. Ουσιώδες στοιχείο για την επικράτηση αυτή ήταν η μεγάλη ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής. Η ατμομηχανή του Βατ (1765) και η χρησιμοποίησή της στα χερσαία και στα θαλάσσια συγκοινωνιακά μέσα, οι πρώτες εφαρμογές του ηλεκτρισμού (μεταξύ αυτών ο τηλέγραφος) και το μεγαλεπήβολο πρόγραμμα της επέκτασης της εφαρμογής των αρχών της φυσικής του Νεύτωνα αποκάλυψαν την αισιόδοξη εμπιστοσύνη της νεαρής ευρωπαϊκής κεφαλαιοκρατίας στο σύστημα που αυτή η ίδια δημιούργησε και στην επιστημονική γνώση. Στον τομέα της φυσικής αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα τα πεδία του ηλεκτρομαγνητισμού, της οπτικής και της θερμοδυναμικής. Στη χημεία πραγματοποιήθηκε μια βαθιά επανάσταση στην επιστημονική σκέψη, ύστερα από την πραγματοποίηση της πρώτης σύνθεσης οργανικών ενώσεων. Γκρεμίστηκε η παλαιά πίστη ότι οι ενώσεις που χαρακτηρίζουν τους ζωντανούς οργανισμούς δεν μπορούν να σχηματιστούν χωρίς τη μεσολάβηση μιας vis vitalis (ζωτικής δύναμης) και εξαφανίστηκε η σαφής διάκριση ανάμεσα στα ανόργανα σώματα του βασιλείου των ορυκτών και στις οργανικές ουσίες, χαρακτηριστικές των ζωντανών οργανισμών. Επεκτάθηκε έτσι η ισχύς των νόμων της φυσικής και της χημείας στα βιολογικά φαινόμενα. Βασικές πρόοδοι πραγματοποιήθηκαν στις βιολογικές επιστήμες. Η ανάπτυξη από τον Δαρβίνο μιας εξελικτικής θεωρίας που βασίστηκε σε στέρεες πειραματικές βάσεις οδήγησε στην ερμηνεία της γένεσης των ειδών με τον μηχανισμό της φυσικής επιλογής, ενώ το πρόβλημα της αυτόματης γένεσης επιλύθηκε επιστημονικά από τον Παστέρ, ο οποίος απέδειξε πως δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα. Η ανάπτυξη της μη ευκλείδειας γεωμετρίας απέδειξε τη δυνατότητα της δημιουργίας λογικών οργανικών συστημάτων, που ξεκινούν από προτάσεις διαφορετικές από εκείνες που ήταν συνήθως αποδεκτές.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε ο θετικισμός, που έδειξε απεριόριστη εμπιστοσύνη στην επιστήμη, μέσα στο πλαίσιο της οποίας τοποθέτησε την ηθική, τη θρησκεία και την πολιτική, ενώ η ανάπτυξή του παρακολούθησε τη βιομηχανοτεχνική οργάνωση της κοινωνίας. Ο θετικισμός, είτε στρεφόμενος προς την κοινωνική έρευνα (Σεν-Σιμόν, Κοντ, Σ. Μιλ) είτε αντιμετωπίζοντας προβλήματα περισσότερο θεωρητικά, όπως στην περίπτωση της θεωρίας της εξέλιξης (Δαρβίνος, Σπένσερ), σφράγισε το πνευματικό κλίμα της Ε. του δεύτερου μισού του 19ου αι. Η νέα θετικιστική και εξελικτική νοοτροπία είχε ξεχωριστή επίδραση, εκτός από τις φυσικές επιστήμες, στις ιστορικές μελέτες και στις κοινωνικές επιστήμες (με τον Κοντ γεννήθηκε η κοινωνιολογία).
Σημαντικοί εκπρόσωποι της πνευματικής κίνησης και, όχι σπάνια, μεγάλες λαϊκές μάζες ήρθαν σε έντονη αντίθεση με τον κλήρο· στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Ισπανία υποστηρίχθηκε από πολλές πλευρές η αρχή του λαϊκού κράτους, ενώ στον κρίσιμο τομέα της εκπαίδευσης το λαϊκό σχολείο αντιτάχθηκε στα σχολεία που ανήκαν στον κλήρο. Τα πανεπιστήμια ήταν τα σπουδαιότερα κέντρα πειραματικής έρευνας και επιστημονικής γνώσης.
Ο θετικιστικός επιστημονισμός εξέφρασε –ακόμα και στον τομέα της λογοτεχνίας– την αντιρομαντική αντίδραση που υπήρχε ήδη πριν από τα μέσα του αιώνα, εμφανίζοντας ξανά τα θέματα του Διαφωτισμού και παρέχοντας μια θεωρητική βάση στις ολοένα και πιο ξεκάθαρες επιδιώξεις των μυθιστοριογράφων να δημιουργήσουν έναν τύπο επιστημονικής απεικόνισης της κοινωνικής πραγματικότητας. Από τον Κοντ, τον Δαρβίνο, τον Τεν, τον Κλοντ Μπερνάρ, οι λογοτέχνες άντλησαν την πίστη στα συγκεκριμένα γεγονότα, στην πρόοδο και στην τάση προς μια αιτιοκρατική αντιμετώπιση των πραγμάτων. Τέτοιες ήταν την περίοδο 1870-90 οι θέσεις που ακολουθούσαν οι Γάλλοι συγγραφείς της νατουραλιστικής σχολής (Γκονκούρ, Ζολά, Μοπασάν κλπ.), οι οποίοι παράλληλα επεδίωκαν μια αυστηρά απρόσωπη έκφραση. Οι προγραμματικοί χαρακτηρισμοί τους (πειραματικό μυθιστόρημα, tranche de vie κλπ.) προκάλεσαν έντονες επιδοκιμασίες και αποδοκιμασίες, κυρίως εξαιτίας της πολιτικής και κοινωνικής τοποθέτησης που περιείχαν σε ορισμένες περιπτώσεις τα έργα τους. Οι θέσεις των συγγραφέων αυτών διαδόθηκαν σε μεγάλη έκταση και με το θέατρο, χάρη στις παραστάσεις του Théâtre-Libre του Αντουάν· ακόμα είχαν απήχηση στη Γερμανία (πεζογραφία και θέατρο) και στις σκανδιναβικές λογοτεχνίες (για παράδειγμα στο θέατρο του Ίψεν και του Στρίντμπεργκ). Έγιναν δεκτές επίσης στην Ιταλία δημιουργώντας με τον βερισμό του Βέργκα, του Καπουάνα κλπ. μια παραλλαγή της νατουραλιστικής μεθόδου.
Η επικράτηση της θετικιστικής φιλοσοφίας είχε το αντίστοιχό της στην τέχνη με το κίνημα του ρεαλισμού (Κουρμπέ, Μούνκατσι), ενώ αργότερα, στην περίοδο της κρίσης της αντιστοιχεί η αργή αλλά βέβαιη επιτυχία του ιμπρεσιονισμού και η σχεδόν γενική διάδοσή του με το πλήθος των επιγόνων.
Τον 19o αι. γεννήθηκε επίσης και, ο επιστημονικός σοσιαλισμός με τους Μαρξ και Ένγκελς και παρότι ξεκίνησε θεωρητικά από τους αριστερούς εγελιανούς και από τους Άγγλους οικονομολόγους των αρχών του αιώνα (Ρικάρντο), εμφανίστηκε ως ιδεολογία του βιομηχανικού προλεταριάτου, προσφέροντας έτσι μια θεωρητική βάση στις επιδιώξεις του και παίρνοντας συνεπώς ανταγωνιστική θέση απέναντι στην αστική πνευματική ζωή. Ο Μαρξ, διευρύνοντας τις έρευνες του Φόιερμπαχ για την ανθρώπινη αλλοτρίωση, έφτασε στην ανακάλυψη της οικονομικής και κοινωνικής αλλοτρίωσης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η τελευταία βρίσκεται στη βάση κάθε άλλης αλλοτρίωσης. Η μαρξιστική σκέψη είχε επαναστατική σημασία όχι μόνο για την πολιτική και κοινωνική ιστορία της Ε. αλλά και για την ιστορία του πολιτισμού του 20ού αι., ενώ έγινε ευρύτατα δεκτή ως μεθοδολογικό κριτήριο κυρίως στο πεδίο οικονομικών και ιστορικών επιστημών.
20ός αι. Στους αντίποδες της θετικιστικής νοοτροπίας εμφανίστηκαν, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι., άλλες θεωρητικές θέσεις, οι οποίες εξέφρασαν μια κρίση της αστικής αισιοδοξίας και χαρακτηρίστηκαν από τον παραμερισμό των ηθικών και την προβολή των αισθητικών αξιών. Αυτό είναι το κοινό στοιχείο που μπορεί να εξηγήσει την ευρύτατη και ποικίλη επίδραση του Νίτσε, ο οποίος ξεκινώντας από τη συνειδητοποίηση της νεότερης παρακμής, είδε το ξεπέρασμά της στην απελευθέρωση των ζωτικών παρορμήσεων του ατόμου έως τις έσχατες συνέπειες. Παράλληλες με την αντίληψη αυτή ή προερχόμενες από αυτήν είναι οι τάσεις της ωραιολατρίας, του ακτιβισμού και του αμοραλισμού, οι οποίες περιέχονται στο έργο των Γουάιλντ, Μπαρές, Ζιντ και Ντ’ Ανούντσιο. Το κίνημα των ντεκαντάν (παρακμιακών), ως έκφραση μια βαθιάς ιστορικής αντίφασης στις σχέσεις ατόμου και κοινωνίας, αποτέλεσε το κλειδί για να καταλάβει κανείς και την τέχνη του καιρού μας. Από τους Άγγλους ρομαντικούς έχει την αφετηρία του ο μακρόχρονος προβληματισμός σε θέματα της ποίησης, της φαντασίας και της αυτονομίας της αισθητικής περιοχής, ο οποίος (από τον Μποντλέρ έως τον Βάγκνερ και από τους συμβολιστές μέχρι τους καταραμένους ποιητές, Βερλέν, Ρεμπό και έως τον Μαλαρμέ) αν και ξεκινά από προσωπικές, βασανιστικές και συχνά χωρίς διέξοδο εμπειρίες, αποτελεί παράδοση για το πνευματικό εποικοδόμημα και τη βάση των νεότερων αισθητικών αντιλήψεων.
Στον φιλοσοφικό τομέα η αιτιοκρατική αρχή της θετικής σχολής δεν ικανοποιούσε πια τη σκέψη και τη συνείδηση. Η ταύτιση της φιλοσοφίας με την επιστήμη και η απεριόριστη εμπιστοσύνη στη γνωστική αξία της τελευταίας είχαν δημιουργήσει κρίση για την ίδια την έννοια της φιλοσοφίας.
Η κατάρρευση του μύθου της επιστήμης ως πηγής απόλυτων και απαραβίαστων αληθειών άρχισε με την ίδια την ανάπτυξη των ειδικών επιστημονικών ερευνών. Στα τέλη του αιώνα, ενώ δημιουργήθηκε ευρύτατο πεδίο στις μελέτες της φυσικής ραδιενέργειας, κινδύνευσε ολόκληρο το οικοδόμημα της κλασικής φυσικής.
Η διατύπωση της θεωρίας των κβάντα (Πλανκ, 1900) και της θεωρίας της σχετικότητας (Αϊνστάιν, 1905) εισήγαγε ριζικές αλλαγές στις φυσικές θεωρίες και γενικότερα στην επιστημονική σκέψη και φιλοσοφία. Ενώ οι επαναστατικές συνέπειες της θεωρίας των κβάντα έγιναν φανερές μόνο στις επόμενες δεκαετίες, η απόρριψη των εννοιών του απόλυτου χώρου και χρόνου, οι οποίες υπάρχουν στη θεωρία της σχετικότητας, απέκτησαν γρήγορα αξιόλογο αντίκτυπο. Ριζικές μεταβολές, ανάλογες με εκείνες της φυσικής, έγιναν και σε άλλους επιστημονικούς κλάδους, όπως στα μαθηματικά, στην ιατρική, στην ψυχολογία κλπ. και είχαν βαθύ αντίκτυπο και στη φιλοσοφία. Η νέα θετική σχολή του Κύκλου της Βιέννης επιχείρησε την εισαγωγή της μεθοδολογίας και της μαθηματικής ακρίβειας στο πεδίο της φιλοσοφίας και απέκλεισε τον μεταφυσικό στοχασμό. Άλλα φιλοσοφικά ρεύματα αντέταξαν στις μεθόδους των θετικών επιστημών την ενόραση, το συναίσθημα, τη θρησκευτική συνείδηση και διαπίστωσαν την ύπαρξη βαθύτερων προβλημάτων, ατομικών και κοινωνικών. Γεννήθηκαν έτσι διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες, που αναπτύχθηκαν παράλληλα και με αξιόλογη αλληλεπίδραση. Στη Γαλλία ο Εμίλ Μπουτρού, που απέρριπτε τη μηχανιστική θεωρία της θετικής σχολής, προέβαλε την αιώνια πρωτοτυπία του πνεύματος. Ωστόσο, η σπουδαιότερη μορφή της γαλλικής πνευματοκρατίας ήταν ο Avρί Μπερξόν, ο οποίος με τη θεωρία του για τη ζωτική ορμή (élan vital)άσκησε αξιόλογη επίδραση στη σύγχρονη πνευματική ζωή, επιμένοντας στην ανάγκη επικοινωνίας, αυθόρμητης έκφρασης και ανανέωσης. Μια άλλη ομάδα φιλοσοφικών θεωριών των αρχών του 20ού αι. υποστήριζε την υπαγωγή της γνώσης στη δράση, που άλλοτε υποστηρίζεται για λόγους ηθικούς και θρησκευτικούς (θεολογικός μοντερνισμός) και άλλοτε για λόγους πολιτικοκοινωνικούς (Σορέλ). Ένα άλλο φιλοσοφικό ρεύμα που επικράτησε στις αρχές του αιώνα, όταν ανακαλύφθηκε πάλι ο Kίρκεγκαρντ, και είχε μεταξύ των μεγαλύτερων εμπνευστών του τον Ντοστογιέφσκι και τον Νίτσε, ήταν ο υπαρξισμός, ο οποίος, αφού επανασυνδέθηκε με τις έρευνες της φαινομενολογίας του Χούσερλ, προέβαλε σε πρώτο επίπεδο το δράμα της ύπαρξης, την ευθύνη και την αγωνία του ξεχωριστού ατόμου. Από τους σπουδαιότερους υπαρξιστές, που άλλωστε δεν συμπίπτουν στις απόψεις τους, ήταν οι Χάιντεγκερ, Γιάσπερς και Σαρτρ. Ο υπαρξισμός, που έγινε γρήγορα πνευματικό φαινόμενο της πρώτης μεταπολεμικής εποχής, κατέλαβε σημαντική θέση κυρίως στη λογοτεχνία και στο θέατρο.
Η ιδεολογική ανατροπή στο θεωρητικό πεδίο είχε το αντίστοιχό της στην πολιτική και κοινωνική κρίση της φιλελεύθερης Ε., που εκδηλώθηκε στα πρώτα χρόνια του 20ού αι. με την εμφάνιση του αδιάλλακτου, αυταρχικού και φιλοπόλεμου εθνικισμού (Action française, Ενρίκο Κοραντίνι κλπ.) και αργότερα του φασισμού και του ναζισμού, κινημάτων εχθρικών απέναντι σε κάθε πολιτιστική ανάπτυξη που χαρακτηρίζεται από ελεύθερη πνευματική αναζήτηση. Αποκρουστικές εκδηλώσεις αυτών των τάσεων ήταν –κυρίως στη Γερμανία– ο άγριος διωγμός των διανοουμένων, που θεωρούνταν αντίθετοι στο καθεστώς ή ήταν απλώς Εβραίοι, γεγονός που προκάλεσε την έξοδο από τη Γερμανία μερικών από τους μεγαλύτερους παράγοντες της ευρωπαϊκής διανόησης (μεταξύ αυτών οι Αϊνστάιν, Μπορ, Φρόιντ, Μαν, Τσβάιχ) και την αποκήρυξη των έργων τους από το ναζιστικό καθεστώς. Όλη η πρωτοποριακή τέχνη θεωρήθηκε εκφυλισμένη, τα έργα αποκλείστηκαν από τα μουσεία και πολλά κάηκαν στις φωτιές που άναψαν στις πλατείες.
Η αντίδραση στον κομφορμισμό της σύγχρονης κοινωνίας αναπτύχθηκε στα πλαίσια των πρωτοποριακών κινημάτων. Στις εικαστικές τέχνες το φαινόμενο της art nouveau, του κυβισμού, του φουτουρισμού, του εξπρεσιονισμού, της αφηρημένης τέχνης, του υπερρεαλισμού καθώς και του ρασιοναλισμού (στην αρχιτεκτονική) εμφάνισε την ευρωπαϊκή καλλιτεχνική κίνηση πρωτοπόρα και στο κέντρο της παγκόσμιας καλλιτεχνικής διαλεκτικής. Στον λογοτεχνικό και θεατρικό τομέα τα πρωτοποριακά κινήματα παρουσίασαν σταθερά ευρωπαϊκό και ενιαίο χαρακτήρα, από τον φουτουρισμό έως τον εξπρεσιονισμό, ο οποίος, αν και φαινόμενο καθαρά γερμανικό, δανείστηκε στοιχεία ποικίλης προέλευσης και διαδόθηκε σε όλη την Ε. –το εξπρεσιονιστικό θέατρο είχε αποφασιστική σημασία για το θέατρο του καιρού μας– και επίσης έως τον ντανταϊσμό και τον υπερρεαλισμό, του οποίου η ζωτικότητα και η πανευρωπαϊκή επίδραση επέζησαν έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Δείγμα της σημασίας του ρεύματος αυτού είναι η πλούσια ποιητική παραγωγή της γενιάς του 1927 στην Ισπανία και ιδιαίτερα του Λόρκα. Πρόκειται για καλλιτεχνικά ρεύματα που όλα είχαν σκοπό την ανατροπή της σχέσης που υπάρχει μεταξύ της κοινωνίας και της τέχνης, με την αναζήτηση νέου περιεχομένου και τον πειραματισμό με νέα τεχνικά και εκφραστικά μέσα. Στο πεδίο του πεζού λόγου, οι συγγραφείς του 20ού αι. κατέληξαν από τη μία μεριά στην πρόθεση ανατροπής του νατουραλιστικού μυθιστορήματος και, με τα νέα μέσα που προσέφερε η ψυχανάλυση, σε μια ακραία διαμόρφωση του αφηγηματικού είδους που πήρε έναν εντελώς εσωτερικό και ατομικιστικό χαρακτήρα (Προυστ, Τζόις, Κάφκα κλπ.). Από την άλλη μεριά, προσπαθώντας να σταθεροποιήσουν τα αποτελέσματα του ρεαλισμού του 19ου αι., κατέληξαν στην πλατιά και λεπτομερειακή τοιχογραφία του μυθιστορήματος του Τόμας Μαν και των οπαδών του (σχολή του κριτικού ρεαλισμού).
Στοιχείο χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ζωής του περασμένου αιώνα ήταν ο νέος κοινωνικός ρόλος της λογοτεχνίας και η υποχρέωση που αισθάνονταν οι άνθρωποι των γραμμάτων (από τον Ρολάν έως τον Γκόρκι και από τον Μπρεχτ έως τον Πικάσο και τον Ράσελ) να συμβάλουν είτε στην απόρριψη μιας ορισμένης κατάστασης είτε στον αγώνα για τη μεταβολή του κοινωνικού καθεστώτος. Κρίσιμες στιγμές στην ιστορία της Ε. –από την Οκτωβριανή επανάσταση έως τον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας και την αντίσταση εναντίον του ναζισμού, στα τραγικά χρόνια του B’ Παγκοσμίου πολέμου– αντιπροσωπεύουν ισάριθμα σταθερά σημεία μιας ιδανικής ενότητας στην πολιτιστική ζωή της Ε.
Η μουσική συμμετείχε –πολλές φορές ως πρωταγωνιστής– στα διάφορα κινήματα μέσα στα οποία διαρθρώθηκε η καλλιτεχνική πρωτοπορία της Ε. Ήδη στο Πρελούδιο στο απόγευμα ενός φαύνου του Ντεμπισί (1892) διαπιστώνεται η επιδίωξη μιας νέας μουσικής έκφρασης. Με τον ίδιο τρόπο επιδιώχθηκε η ηθικοκοινωνική ανανέωση από τον Ερίκ Σατί, την Ομάδα των Έξι και –για να αναφέρει κανείς ένα μόνο χαρακτηριστικό παράδειγμα– από την Ιστορία του στρατιώτη του Στραβίνσκι που δείχνει ακριβώς, μαζί με μια γλωσσική αναζήτηση, την αγωνία να εκφράσει με τη μουσική την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του ανθρώπου. Αλλά η πιο ριζική αντίθεση με το παρελθόν ήταν εκείνη που πραγματοποιήθηκε με τη Σχολή της Βιέννης (Σένμπεργκ, Μπεργκ, Βέμπερν), η οποία ανανέωσε ριζικά την ευρωπαϊκή μουσική και την εισήγαγε στο κλίμα του εξπρεσιονισμού. Οι πειραματισμοί της Σχολής της Βιέννης, εκτός από το γεγονός ότι συνέβαλαν ιδιαίτερα στην κατεύθυνση που έλαβε η μουσική του 20ού αι., βρίσκονται στη βάση μιας πρωτοπορίας, που οδήγησε στα έσχατα την απόσπασή της από την παράδοση με τη συγκεκριμένη και με την ηλεκτρονική μουσική.
Η γενική εικόνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού –που από τον 16o αι. και ύστερα γίνεται όλο και πιο πολυσύνθετη και ποικίλη, δυσκολεύοντας ολοένα και περισσότερο τον ερμηνευτή να ανακαλύψει στις εκδηλώσεις της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της τέχνης, τη χαρακτηριστική σφραγίδα μιας κοινής ευρωπαϊκής πηγής– εμφανίζεται τον 20ό αι. στα μάτια του παρατηρητή (που είναι ίσως επηρεασμένος από την έλλειψη ασφαλούς ιστορικής προοπτικής) εξαιρετικά αποσπασματική και δύσκολη να ερμηνευτεί σύμφωνα με τους κανόνες μιας ενιαίας αντιμετώπισης του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο ενιαίος αυτός χαρακτήρας γίνεται όλο και πιο αβέβαιος, εξαιτίας πολλών αποφασιστικών παραγόντων, ιστορικών και πολιτιστικών, όπως είναι για παράδειγμα η απώλεια της παγκόσμιας πολιτικής ηγεμονίας που ασκούσε η Ε. και η αυξανόμενη πολιτιστική αυτονομία των ΗΠΑ. Από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία αυτής της νέας κατάστασης –στην οποία η Ε. εγκαταλείποντας τα σκήπτρα μιας απόλυτης πολιτιστικής κυριαρχίας, ακολούθησε για πρώτη φορά τα ίχνη που χάραξαν άλλοι– μπορούν να θεωρηθούν πρώτα η επίδραση που άσκησε η αμερικανική λογοτεχνία στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή (θα έφτανε το παράδειγμα του αμερικανικού μυθιστορήματος του μεσοπολέμου και οι σχέσεις μεταξύ των Πάουντ και Έλιοτ και της αγγλικής ποίησης)· ύστερα, η βασική συμβολή των ΗΠΑ στην εξέλιξη του κινηματογράφου, που γεννήθηκε στην Ε., αλλά βρήκε στην Αμερική το καταλληλότερο περιβάλλον για vα αναπτυχθεί σε επιβλητικές διαστάσεις και σύμφωνα με πρότυπα που έχουν πλατιά και βαθιά επίδραση στις διάφορες ευρωπαϊκές σχολές· και, τέλος, η επανάληψη στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ενός φαινομένου που εδώ και λίγα χρόνια θεωρείται τυπική και αποκλειστική εκδήλωση του αμερικανικού πολιτισμού.
«Η οικογένεια του ακροβάτη», πίνακας του Πάμπλο Πικάσο. Το έργο του Ισπανού ζωγράφου, που καλύπτει πάνω από μισό αιώνα, δημιούργησε νέα γλώσσα, ταυτισμένη με εκείνη της Ευρώπης.
Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Πολ Σαρτρ μιλάει σε φοιτητές σε αμφιθέατρο του πανεπιστημίου της Σορβόνης την περίοδο του Μάη του ‘68 (φωτ. ΑΠΕ).
Προσωπογραφία της Zαv Σαμαρί, έργο του Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πιο ευαίσθητους και εκλεπτυσμένους πρωταγωνιστές του ιμπρεσιονισμού (Μουσείο Πούσκιν, Μόσχα).
Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Γερμανός εβραϊκής καταγωγής, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία εξαιτίας των διώξεων του ναζιστικού καθεστώτος (φωτ. ΑΠΕ).
Ο Γερμανός μουσικοσυνθέτης και δραματουργός Ρίχαρντ Βάγκνερ· στο έργο του συγκεντρώνονται τα βασικά στοιχεία του ρομαντισμού.
Ο Γερμανός πολιτικός φιλόσοφος και οικονομολόγος Καρλ Μαρξ, θεμελιωτής του επιστημονικού σοσιαλισμού.
Η ατμομηχανή του Βατ συνετέλεσε στην έκρηξη της Βιομηχανικής επανάστασης.
«Ο Γκέτε στη ρωμαϊκή ύπαιθρο», πίνακας του Βίλχελμ Τίσμπαϊν. Στο έργο του Γκέτε αντικαθρεφτίζονται και αναπτύσσονται όλα τα ευρωπαϊκά πολιτιστικά στοιχεία που επικρατούν από τα μέσα του 18ου έως τις αρχές του 19ου αι. (Ινστιτούτο Stadel, Φρανκφούρτη).
Προμετωπίδα της β’ έκδοσης (1814) του έργου «Περί Γερμανίας» της Μαντάμ ντε Σταέλ, που θεωρείται μανιφέστο του γαλλικού ρομαντισμού.
«Το τελευταίο ταξίδι του Ατρόμητου», έργο του Άγγλου ζωγράφου Γουίλιαμ Τέρνερ. Η ποιητική αίσθηση του φωτός και του χρώματος και η σχεδόν εμβληματική αξία του θέματος, που εικονίζει τον θρίαμβο της ατμομηχανής, αναδεικνύουν το έργο αυτό σε τυπική έκφραση της ρομαντικής ζωγραφικής (Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο).
Το περιοδικό «Athenaeum» (1798-1800), που ίδρυσαν οι αδελφοί Σλέγκελ, ήταν το όργανο της πρώτης περιόδου του γερμανικού ρομαντισμού.
«Μικρή οικογενειακή συναυλία», έργο του Πιέτρο Λόνγκι. Ποτέ δεν φάνηκε τόσο καθαρά η στενότατη σχέση της μουσικής και της λογοτεχνίας όσο τον 18o αι. (Ca’ Rezzonico, Βενετία).
Ο γιατρός Μεσμέρ παρουσιάζει μία απόδειξη των θεωριών του για τον μαγνητισμό.
Στους κωδικοποιημένους κανόνες της αναγεννησιακής παράδοσης το μπαρόκ αντέταξε την αδέσμευτη φαντασία και την αναζήτηση του θαυμαστού και του καινούργιου, θέτοντας σε δοκιμασία τις ιδέες και τις αντιλήψεις της εποχής. Στη φωτογραφία, το έργο «Ο θρίαμβος του ονόματος του Ιησού» (Ναός του Αγίου Ιγνατίου, Ρώμη).
«Η αλήθεια και η διαύγεια», έργα μπαρόκ του Μπερνίνι, του 1660 (εκκλησία του Αγίου Ισιδώρου, Ρώμη· φωτ. ΑΠΕ).
Η «Βίβλος» του Λούθηρου υπήρξε ισχυρό όργανο της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης και άσκησε μεγάλη επίδραση στην πολιτιστική ζωή της Ευρώπης.
Πολεμική εναντίον του μπαρόκ· ο Ιταλός Μουρατόρι υποστηρίζει στο έργο του αυτό τη ρυθμιστική λειτουργία της λογικής στην τέχνη, παράλληλα με τη δημιουργική λειτουργία της φαντασίας.
Τμήμα από το τρίπτυχο «Πορτινάρι» (περ. 1475), έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Ούγκο Βαν ντερ Γκους, ο οποίος γνώρισε τη φλαμανδική τέχνη στους Φλωρεντινούς καλλιτέχνες. Τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα της Φλάνδρας και της Τοσκάνης του 15ου αι. είναι από τα σπουδαιότερα της ευρωπαϊκής τέχνης.
Ο καθεδρικός ναός του Σόλσμπερι, που άρχισε να χτίζεται στον 13ο αι., αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα βρετανικά γοτθικά κτίσματα μοναστηριακού τύπου.
Ο πύργος του Λανζέ στον Λίγηρα της Γαλλίας, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα οχυρωματικής τέχνης της υστερορομανικής εποχής.
Ευαγγελιάριο «Έχτερναχ», με ελεφαντόδοντο και πολύτιμους λίθους (Γερμανικό Μουσείο, Νυρεμβέργη).
Μικρογραφία που εικονίζει τη στέψη του Καρόλου του Μεγάλου το 800 μ.Χ. Ο παπισμός και η αυτοκρατορία υπήρξαν οι δύο μεγάλοι θεσμοί που επηρέασαν αποφασιστικά την ανάπτυξη της δυτικής Ευρώπης κατά τον Μεσαίωνα.
Εμβλήματα μεσαιωνικών συντεχνιών. Ο θεσμός των συντεχνιών άρχισε να εμφανίζεται τον 11ο αι. (Μουσείο του καθεδρικού ναού του Ορβιέτο, Ιταλία).
Η Ραβένα υπήρξε το πρώτο ευρωπαϊκό πολιτιστικό κέντρο. Στη φωτογραφία, το μαυσωλείο του Θεοδώριχου, που συνδυάζει ρωμαϊκά και «βαρβαρικά» στοιχεία.
Σελίδα από το «Ευαγγέλιο» του Λίντισφαρν (Αγγλία) που χρονολογείται στον 8ο αι. Το κελτικό ύφος διαφαίνεται από τη γεωμετρική διάταξη του σχεδίου (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο).
Ο ευρωπαϊκός πύραυλος «ΑΡΙΑΝ».
Οι εξελίξεις στον κοινοτικό χώρο οδηγούν σε ένα ανώτερο στάδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και παράλληλα στην ουσιαστική αναβάθμιση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στη φωτογραφία, συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, τον Νοέμβριο του 1989, ήταν μια ιστορική στιγμή όχι μόνο για τη Γερμανία αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη· εκείνο το βράδυ από την Ανατολική Γερμανία ακούστηκε η φράση «οι πολίτες μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα», καθώς η διχοτομημένη Γερμανία ανήκε πλέον στο παρελθόν (φωτ. ΑΠΕ).
Κινητοποιήσεις εργατών στη Γαλλία εναντίον της λιτότητας (1995).
Ο Άντολφ Χίτλερ στο Ράιχσταγκ.
Βομβαρδισμένη συνοικία του Λονδίνου, κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Η υπογραφή του ρωσογερμανικού συμφώνου μη επίθεσης στις 12 Αυγούστου 1970 στη Μόσχα από τον καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας, Βίλι Μπραντ και τον πρωθυπουργό της Σοβιετικής Ένωσης, Αλεξέι Κοσίγκιν.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, τον οποίο προκάλεσαν ο φασισμός και ο ναζισμός, νέο πνεύμα συνεργασίας επικράτησε σε αρκετά κράτη της Δύσης. Στη φωτογραφία, σύνοδος εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγοράς.
Ο ιρλανδικής καταγωγής Αμερικανός πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις σχέσεις Ευρώπης-Αμερικής κατά τη δεκαετία του 1960 (φωτ. ΑΠΕ).
Γάλλοι στρατιώτες στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Έφοδος των μπολσεβίκων στα χειμερινά ανάκτορα της Πετρούπολης, κατά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917.
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟ 1919 (ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΒΕΡΣΑΛΙΏΝ)
Στα τέλη του 18oυ και στις αρχές του 19oυ αι. σημειώθηκαν στην Ευρώπη δύο γεγονότα βασικής σημασίας για την ιστορία της ανθρωπότητας, η Γαλλική επανάσταση και η Βιομηχανική επανάσταση. Στη φωτογραφία, η πορεία προς τις Βερσαλίες το 1789, σε λιθογραφία της εποχής.
Το Μάντσεστερ της Αγγλίας το 1850· η πόλη αυτή υπήρξε επίκεντρο της Βιομηχανικής επανάστασης που εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η μάχη του Βαγκράμ (1809), όπως απεικονίζεται σε πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Αντουάν Γκρο. Η απόπειρα της Γαλλίας να επιβάλει την ηγεμονία της στην Ευρώπη απέτυχε εξαιτίας της αντίθεσης της Αγγλίας και της Ρωσίας.
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟ 1815
Η Αθήνα και αργότερα η Ρώμη υπήρξαν τα κέντρα όπου γεννήθηκαν οι αρχές του ευρωπαϊκού ουμανισμού. Στη φωτογραφία, ο ναός της Αθηνάς Νίκης στην Ακρόπολη της Αθήνας.
Οι γερμανικοί λαοί διέσπασαν την πολιτική ενότητα της Ευρώπης, αλλά με τη σειρά τους υποτάχθηκαν και αφομοιώθηκαν και αυτοί με το ενοποιητικό πνεύμα του χριστιανισμού. Στη φωτογραφία, ο «Αττίλας», έργο του Ντελακρουά (Ανάκτορο Βουρβόνων, Παρίσι).
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟ 1490
Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟ 1000
Σημαντικός παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης είναι, μεταξύ άλλων, και το πυκνό δίκτυο των ποτάμιων συγκοινωνιών της (φωτ. ΑΠΕ).
Η αιολική ενέργεια αξιοποιείται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Το τρένο «Eurostar» ενώνει τη Μεγάλη Βρετανία με τη Γαλλία, και ουσιαστικά με όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, μέσω υποθαλάσσιου τούνελ (φωτ. ΑΠΕ).
Υψικάμινοι στο Poυρ, μία από τις σημαντικότερες λιθανθρακοφόρες και βιομηχανικές περιοχές της Ευρώπης.
Το γνωστότερο από τα πέντε είδη δενδρογαλιάς (γένος φιδιών χωρίς δηλητήριο), η δενδρογαλή η αβλαβής, ζει στην Ευρώπη.
Αλπικοί τρίτουροι
Ρώσοι χορευτές παρουσιάζουν τοπικούς χορούς της πατρίδας τους (φωτ. ΑΠΕ).
Δάσος από πλατύφυλλα δέντρα στη Βρετάνη της Γαλλίας, μία περιοχή με ατλαντικό κλίμα.
Το είδος αρουραίος ο χιονόβιος ζει σε πολλές περιοχές της Ευρώπης.
Θηλυκό γεράκι (ιέραξ ο κορυδαλλοθήρας), αρπακτικό πτηνό που ζει στην Ευρώπη, με τους νεοσσούς του.
Πέρα από τον φάρο του νησιού Ουεσάν, στην ακτή της Βρετάνης, αρχίζει για τα πλοία που περνούν τη Μάγχη το μεγάλο ταξίδι στον Ατλαντικό ωκεανό.
Δάσος από σημύδες στη Φιλανδία, χώρα που βρίσκεται στο μεταίχμιο του ηπειρωτικού και του αρκτικού κλίματος.
Τοπίο στο νησί Έλβα της Ιταλίας. Τα πεύκα είναι διαδεδομένα στις περιοχές που έχουν μεσογειακό κλίμα και αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο τους.
Ο Δούναβης, ο δεύτερος σε μήκος ποταμός της Ευρώπης, διασχίζει τις περισσότερες χώρες της Γηραιάς ηπείρου. Στη φωτογραφία τα υδάτινα σύνορα που καθορίζει ο ποταμός ανάμεσα στην Ουγγαρία και στη Σλοβακία (φωτ. ΑΠΕ).
Το βόρειο άκρο της ευρωπαϊκής ηπείρου, το Χόνιγκσβαγκ, κοντά στο ακρωτήριο Κνίβσκιελοντεν, στη Νορβηγία.
Άποψη της Γαύδου, που αποτελεί το νοτιότατο άκρο της Ευρώπης.
Το δυτικό άκρο της ευρωπαϊκής ηπείρου, το Κάβο ντα Ρόκα στην Πορτογαλία.
Άποψη των Ουραλίων στις ανατολικές εσχατιές της Ευρώπης.
Ευρώπη
Το όρος Ντολάν στις Άλπεις, ορεινό σύστημα που σχηματίστηκε από συρρικνώσεις του τριτογενούς.
Η οροσειρά των Πυρηναίων στο νοτιοδυτικό άκρο της Ευρώπης (φωτ. ΑΠΕ).
Παιδική χορωδία σε γερμανική προτεσταντική εκκλησία.
Το εργοστάσιο της FIAT στο Τορίνο της Ιταλίας.
II
(Αστρον.). Δορυφόρος του πλανήτη Δία, τον οποίο ανακάλυψε ο Γαλιλαίος στις 7 Ιανουαρίου 1610. Η διάρκεια της περιφοράς του γύρω από τον Δία είναι 3 ημέρες, 13 ώρες, 13’ και 42’’, ενώ η διάμετρός του είναι 3.138 χλμ. (λίγο μικρότερη από αυτήν της Σελήνης). Απέχει κατά μέσο όρο 671 εκατομμύρια χιλιόμετρα από τον Δία.
III
Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του Φοίνικα (ή του Αγήνορα) και της Τηλέφασσας. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, κάποτε που η Ε. μάζευε λουλούδια στα παράλια της Φοινίκης την απήγαγε ο Δίας, ο οποίος της παρουσιάστηκε με τη μορφή άσπρου ταύρου και τη μετέφερε πάνω στη ράχη του στην Κρήτη. Απο την ένωσή τους γεννήθηκε ο Μίνωας και Ραδάμανθυς (σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου και ο Σαρπηδόνας και ο Κάρνος). Η Ε. έγινε αργότερα σύζυγος του Αστερίωνα, βασιλιά της Κρήτης, ο οποίος υιοθέτησε τα παιδιά της. Μετά τον θάνατό της τής αποδόθηκαν θεϊκές τιμές.
Ψηφιδωτό από τη Σπάρτη (3ος αι. π.Χ.) που εικονίζει την αρπαγή της Ευρώπης (από το ημερολόγιο της «Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας» του 1968).
* * *
η (ΑΜ Εὐρώπη, Α και Εὐρώπεια)
μία από τις πέντε ηπείρους στην οποία ανήκει και η Ελλάδα
νεοελλ.
1. πολιτισμένος τόπος («εδώ είναι Ευρώπη»)
2. φρ. «Συμβούλιο τής Ευρώπης» — οργάνωση συνεργασίας 17 ευρωπαϊκών κρατών με έδρα το Στρασβούργο και με σκοπό τη διάδοση και προώθηση κοινών αρχών και την επίτευξη πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής προόδου
αρχ.
η ξακουστή κόρη τού Αγήνορος, την οποία απήγαγε ο Ζευς μεταμορφωμένος σε ταύρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. δεν είναι βέβαιο αν το όνομα τής κόρης τού Αγήνορος και η ονομασία τής ηπείρου είναι ετυμολογικώς ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, καθώς επίσης αν η τελευταία προέρχεται από το επίθ. ευρωπός*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὐρώπη — Europa fem nom/voc sg (attic epic ionic) Εὐρώπης masc voc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐρώπῃ — Εὐρώπη Europa fem dat sg (attic epic ionic) Εὐρώπης masc dat sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ευρώπη — η η μία από τις πέντε ηπείρους της Γης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Εὐρώπηι — Εὐρώπῃ , Εὐρώπη Europa fem dat sg (attic epic ionic) Εὐρώπῃ , Εὐρώπης masc dat sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Европа в греческой мифологии — (Εύρώπη) по Гомеру ( Илиада , XIV, 321), дочь Финика, по обыкновенной редакции мифа дочь финикийского царя Агенора, сестра Кадма. Зевс явился Е., игравшей с подругами на берегу моря, в виде белого быка и, похитив ее, увез на остров Крит, где… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Европа, в греческой мифологии — (Εύρώπη) οо Гомеру (Илиада, XIV, 321) дочь Финика, по обыкновенной редакции мифа дочь финикийского царя Агенора, сестра Кадма. Зевс явился Е., игравшей с подругами на берегу моря, в виде белого быка и, похитив ее, увез на остров Крит, где… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Εὐρώπην — Εὐρώπη Europa fem acc sg (attic epic ionic) Εὐρώπης masc acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐρώπης — Εὐρώπη Europa fem gen sg (attic epic ionic) Εὐρώπης masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Τέχνη (Σύγχρονη) — Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 19ου & ΤΟΥ 20ού αι. Εξετάζοντας την ελληνική εικαστική δημιουργία σήμερα, μπορούμε να καταλήξουμε στις εξής παραδοχές: α) παρουσιάζει έργα με μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.